ΜονΠρΠειρ – Υποχρέωση διατροφής συζύγου και μετοίκησης

Με πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κρίθηκαν τα εξής: ότι το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης διατάσσεται όταν συντρέχει ουσιαστική διακοπή της συμβίωσης, και σκοπό έχει, όχι τη ρύθμιση της συζυγικής στέγης, αλλά την ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων που έχουν διαταραχθεί. Για το λόγο αυτό, προς το σκοπό της διατήρησης ειρήνης και τάξης στην συζυγική οικία, διατάσσεται η μετοίκηση ενός από τους συζύγους, ως μέσον πρόνοιας, εφόσον κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί. Κρίθηκε επίσης ότι μπορεί να επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο σύζυγο, να μετοικήσει ο ίδιος από την οικογενειακή στέγη, σε αντίθεση με προηγούμενη νομολογία, ότι η μετοίκηση  δεν εξαρτάται από δικαστική άδεια λόγω της συνταγματικά κατοχυρωμένη της προσωπικής ελευθερίας. Μπορεί επίσης να ζητηθεί μετοίκηση, ακόμα και αν ο σύζυγος έχει ήδη αποχωρήσει, εάν πιθανολογείται κίνδυνος επανόδου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, ενώ η απόφαση που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δε ζητηθεί τροποποίησή της μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου.

Περαιτέρω, επί διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, για την αναζήτηση διατροφής από μέρους ενός των συζύγων, πρέπει ο αιτών/ η αιτούσα να έχει από εύλογη αιτία αποστεί της συμβιώσεως ή να έχει εγκαταλειφθεί από τον άλλον χωρίς ευλογη αιτία. Ταυτόχρονα, πρέπει να οφειλόταν διατροφή βάσει των συνθηκών της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία υπάρχει η αμοιβαία υποχρέωση συνεισφοράς για την αντιμετώπιση των αναγκών του γάμου, αλλά και της διατροφής, υπό την έννοια ότι ο αιτών σύζυγος όφειλε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τη μικρότερη συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Με βάση αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι ο καθού η αίτηση, προσπαθούσε να υποχρεώσει την αιτούσα να αποχωρήσει από την κοινή τους οικία, υιοθετώντας αυταρχική, ταπεινωτική, υβριστική και ενίοτε χυδαία συμπεριφορά εναντίον της, η οποία επιδεινώνεται και επομένως η συμβίωσή τους θα προκαλέσει επιπλέον διαπληκτισμούς και έριδες, επομένως έκανε δεκτό το αίτημα μετοίκησης του.
Ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η αιτούσα απέχει από την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, που συνίσταται στην αντισυζυγική συμπεριφορά του καθού και συνεπώς δικαιούται πλήρους διατροφής – απορριπτόμενης σχετικής ένστασης – καθώς ουδέποτε εργάστηκε, αλλά είχε αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ ταυτόχρονα λόγω ηλικίας και ειδικότερων περιστάσεων, δεν είναι σε θέση, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα να αναλάβει οποιαδήποτε  εργασία. Έκανε ταυτόχρονα δεκτό ότι ο καθού συνεχίζει να εργάζεται έχοντας αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία δεν εμφανίζονται στα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα του.
Κατόπιν αυτών για λόγους επιείκειας, παραχωρεί τη χρήση της τελευταίας οικογενειακής στέγης στην αιτούσα, ενώ ορίζει τις νέες προσωπικές ανάγκες της από την χωριστή διαβίωση, δεδομένων των συνθηκών ζωής τους, όπως είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία η συνεισφορά της αιτούσας στις οικογενειακές ανάγκες συνίστατο σε προσφορά της προσωπικής εργασίας της, ενώ η συνεισφορά του καθού συνίστατο στην παραχώρηση της χρήσης της οικίας κυριότητας του, των εισοδημάτων του από την εργασία του και στη συνέχεια και της σύνταξής του, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, στο ποσό των 1500 μηνιαίως.

Τροποποίηση δικαστικά του ισχύοντος ιδιωτικού συμφωνητικού διατροφής και επικοινωνίας τέκνου

Σε μία από τις πρώτες αποφάσεις του 2021, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), κρίνοντας αίτημα μητέρας να τροποποιηθεί με δικαστική απόφαση το ύψος της διατροφής των ανήλικων τέκνων της και η επικοινωνία αυτών με τον πατέρα – ζητήματα που προηγουμένως είχαν ρυθμιστεί με ιδιωτικό συμφωνητικό στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου το οποίο ήταν ακόμα σε χρονική ισχύ – σημειώνει ότι η σύμβαση  που ρυθμίζει τη διατροφή στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου, δεν έχει χαρακτήρα παραίτησης από τη διατροφή για το μέλλον και ούτε μεταβάλλει την υποχρέωση διατροφής σε ενοχική υποχρέωση από σύμβαση. Επομένως μπορεί να τροποποιηθεί και να καταργηθεί με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων ή να μεταρρυθμιστεί από το δικαστήριο, αν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής (ΑΠ 402/2020). Επομένως, αν μετά την υπογραφή μίας τέτοιας συμφωνίας, μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής, είτε με τη μείωση των εισοδημάτων του υποχρέου είτε με την αύξηση των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση που ανάγεται στο μέλλον, μεταβάλλεται και αυτή ώστε να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής. Μάλιστα η δυνατότητα τέτοια μεταρρύθμισης, όπως πάγια δέχεται η νομολογία και η θεωρία, στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1494. Αντίστοιχα ισχύουν και σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών αναφορικά με την επικοινωνία που επίσης ρυθμίστηκε στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου με την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, αν από τότε που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα αλλά και την επικοινωνία του ανήλικου τέκνου, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, με την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου. Απέρριψε στη συνέχεια την ένσταση του καθού, ότι η μητέρα δε νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε από αυτήν όχι ατομικά, αλλά μόνο ως εκπροσώπου των ανηλίκων, κάνοντας δεκτό ότι εφόσον η αίτηση αφορά μεταρρύθμιση της ήδη καθορισθεισας επικοινωνίας λόγω μεταβολής των συνθηκών, η μητέρα νομιμοποιείται ενεργητικά στην υπό κρίση αίτηση. Κατόπιν τούτου, κάνοντας δεκτό το σχετικό αίτημα της αιτούσας, αύξησε σημαντικά το ύψος της διατροφής, εκτιμώντας μάλιστα ότι παρά το γεγονός της μη συμμετοχής των ανήλικων σε εξωσχολικές δραστηριότητες λόγω του ισχύοντος γενικού απαγορευτικού (‘lock down’), η εξοικονόμηση των σχετικών δαπανών, ισοσταθμίζεται από το επιπλέον ποσό που απαιτείται για την φύλαξη των τέκνων σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς για τους ίδιους λόγους τα σχολεία δε λειτουργούν και επομένως η φύλαξη των ανήλικων απαιτεί κατά πιθανολόγηση αρκετά σημαντικότερες δαπάνες. Τέλος, κάνοντας επίσης δεκτό το σχετικό αίτημα της μητέρας, τροποποίησε την επικοινωνία όσον αφορά τις θερινές διακοπές, ούτως ώστε να είναι ρυθμισμένη με τρόπο ορισμένο και να εξασφαλίζει σταθερότητα και στα ανήλικα τέκνα και στους διαδίκους.

Απόφαση σε αίτημα από κοινού άσκησης επιμέλειας ανηλίκου τέκνου

Με απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων) έκρινε, σε σχέση με αίτημα του πατέρα να λάβει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου του, βρεφικής ηλικίας, τα εξής: ‘Λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του ανήλικου τέκνου, καθώς και τις σχέσεις των διαδίκων, στις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν εντάσεις και έλλειψη συνεννόησης, το αληθινό συμφέρον του ανήλικου επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του προσωρινά αποκλειστικά στην μητέρα του’. Το δικαστήριο όμως ‘με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης πείρας και της κοινής λογικής’, έκρινε ότι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ‘λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του, είναι να λαμβάνει χώρα όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επικοινωνία με τον πατέρα του κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να ενισχύεται ο ψυχικός δεσμός μεταξύ τους και να αποφευχθεί η μεταξύ τους αποξένωση. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του αιτούντος απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο του, συντελεί δε, στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και στην εν γένει προσωπικότητα του’. Με βάση αυτά, όρισε το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα, μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους του ανήλικου, δύο απογεύματα την εβδομάδα επί τεσσερισήμισι ώρες το κάθε απόγευμα και εναλλάξ δύο Σαββατοκύριακα το μήνα χωρίς διανυκτέρευση, και με τη συμπλήρωση των 3 ετών του τέκνου, τρία  απογεύματα την εβδομάδα επί πέντε ώρες το κάθε απόγευμα, και εναλλάξ δύο Σαββατοκύριακα το μήνα με διανυκτέρευση. Ταυτόχρονα προβλέπεται αντικατάσταση των ημερών επικοινωνίας αν για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο, αυτές δε μπορέσουν να πραγματοποιηθούν, καθώς και ελεύθερη τηλεφωνική επικοινωνία.

Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πρέβεζας – προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού

Σε πρόσφατη απόφαση του ΜΟΔ Πρέβεζας,  όπου το κατηγορητήριο περιλάμβανε 18 πράξεις προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού σε 18 διαφορετικά θύματα, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 5 ετών για την απόπειρα βιασμού και 1 έτους για τις υπόλοιπες πράξεις.

Κατόπιν της πρώτης αναβολής, δηλώθηκε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής, καθώς σημείο έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την πάγια νομολογία αλλά και την ποινική θεωρία, είναι η διερεύνηση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (εξέταση μάρτυρα ή διεξεγωγή κάποιας άλλης απόδειξης εάν δεν υπάρχουν μάρτυρες), επί της ουσίας της κατηγορίας (ΑΠ 953/1975, ΑΠ 133/1956,749/2018 ΑΠ, 1772/2019 ΠΛΗΜΜ ΗΡΑΚΛ). Ετσι κρίθηκε και από το δικάσαν δικαστήριο, που απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμους του κατηγορούμενου, καθώς η αποδεικτική διαδικασία δεν είχε ξεκινήσει.

Επιπλέον επισημάνθηκε η παραβίαση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του νόμου 4478/17 που ενσωμάτωσε την οδηγία για τα θύματα – βάσει της οποίας όφειλαν να έχουν ενημερωθεί για όλα τους τα δικαιώματα, και για τον τρόπο άσκησης πολιτικής αγωγής – καθώς και η σχετική νομολογία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, έχει νομολογηθεί παγίως από το ΕΔΔΑ, ότι το δικάζον δικαστήριο οφείλει να επιβεβαιώσει αν οι εγκαλούσες και βασικές μάρτυρες του κατηγορητηρίου, επιθυμούν να είναι μέρος της ποινικής διαδικασίας και ότι οι αρχές του κράτους οφείλουν να διεξαγάγουν μία εμπεριστατωμένη και πραγματική έρευνα που μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση και στην τιμωρία των υπευθύνων. Στα πλαίσια αυτά, οφείλουν να έχουν λάβει όλα τα εύλογα μέτρα που διαθέτουν για να εξασφαλίσουν την συλλογή των αποδείξεων οι οποίες σχετίζονται με τα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Ακόμη, οι θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών κατά τα Άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι απαιτούν την ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης.

Επιπλέον, απορρίφθηκαν οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί ότι η απόπειρα βιασμού ήταν μια ακόμα προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και όλα τα ελαφρυντικά, και αυτό της μετεφηβικής ηλικίας.

Σημειωτέον ότι ασκήθηκε έφεση από την Εισαγγελία Ιωαννίνων, κατόπιν σχετικού αιτήματος της πολιτικής αγωγής που έγινε δεκτό, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των επιμέρους πράξεων προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας ως κατά συρροή (αληθινή, πραγματική και ομοειδής εν προκειμένω) και όχι κατ’ εξακολούθηση, καθώς αυτές στράφηκαν κατά διαφορετικών θυμάτων – φορέων του θιγόμενου εννόμου αγαθού. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έχει σαφή επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής και επομένως στο Εφετείο μπορεί αυτή να οδηγήσει σε όλως διαφορετικές ποινές.

Πλήρωση ασφαλιστικού κινδύνου και πλαγιαστική αγωγή

Σε όλως πρόφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπου ο εκκαλών αιτούνταν την αναγνώριση της υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει το  υπόλοιπο της δανειακής του σύμβασης στην τράπεζα, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (μόνιμη ολική ανικανότητα εργασίας), κρίθηκαν τα εξής. Καταρχάς ότι, η ασφάλιση ξένου συμφέροντος, είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, όπου ο αντισυμβληθείς δικαιούται απλώς να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον τρίτο – ασφαλισμένο. Περαιτέρω, ότι το άρθρο 72 ΚΠολΔ ρυθμίζει αυτοτελώς την πλαγιαστική αγωγή, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι δι’ αυτής διασφαλίζεται εμμέσως η απαίτηση του ασκούντος αυτήν δανειστή, δια της προασπίσεως της περιουσίας του οφειλέτη.  Τέλος, ότι η πλαγιαστική αγωγή προυποθέτει ο αδρανών να είναι οφειλέτης του ασκούντος αυτήν, ωστόσο κατά τη νομολογία είναι δυνατή η άσκησή της και όταν ο αδρανών είναι δανειστής του ενάγοντος και υπάρχει έννομο συμφέρον του τελευταίου (οιονεί πλαγιαστική αγωγή). Βάσει αυτών, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όφειλε να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το ασφάλισμα, καμία δε σημασία δεν είχε, η μονιμότητα της αναπηρίας του ενάγοντος, εφόσον αυτή βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αρκούσε να έχει διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών – που αποδείχθηκε ότι είχε.  Άλλωστε η αναγνώριση του ποσοστού αναπηρίας 67% συνιστά απόδειξη ανικανότητας για εργασία, για το λόγο αυτό η πολιτεία χορηγεί σύνταξη σε όσους έχουν το σχετικό ποσοστά αναπηρίας, εφόσον αυτοί αδυνατούν να εργαστούν. Κάνοντας δεκτή την έφεση, αναγνωρίζει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το επίδικο ποσό του ασφαλίσματος και την καταδικάζει στη δικαστική δαπάνη.

Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης

Με πρόσφατη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος, ότι μεσολάβησε η σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης, η οποία συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης συζυγικής πίστης. Επιπλέον ότι η περιφρονητική, υποτιμητική και εν γένει προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά του εναντίον της ενάγουσας, η οποία ευλόγως προκάλεσε εντάσεις στις σχέσεις τους, ήταν αφενός αντίθετη από την απορρέουσα από τον ιερό θεσμό του γάμου και αφετέρου κλόνισε τις μεταξύ τους σχέσεις από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του. Απαγγέλει εν τέλει τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, συμψηφίζοντας δικαστικά έξοδα λόγω της ιδιότητάς τους.

Τελεσίδικη καταδίκη για παραβίαση υποχρέωσης για διατροφή τέκνων

Σε μία ενδιαφέρουσα απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό τον κατηγορούμενο για παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής των τέκνων του, η οποία είχε οριστεί με δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο οδηγήθηκε και στο δεύτερο βαθμό σε καταδικαστική κρίση, παρά την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών διατροφής του επίμαχου διαστήματος μέσω αναγκαστικών κατασχέσεων στις οποίες προέβαινε η μητέρα. Βαρύτητα στην απόφαση είχε ο δόλος του κατηγορούμενου, ο οποίος προέβαινε σε επανειλημμένη παραβίαση της απόφασης, και οι στερήσεις στις οποίες υποβάλλονταν τα τέκνα, καθώς επί σειρά μηνών δε λάμβαναν την ορισθείσα διατροφή.

Διαφορές από αυτοκίνητα

Στη με αριθμό 262/2018 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας επί αναίρεσης οδηγού που προκάλεσε θανατηφόρο ατύχημα οδηγώντας υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, έκρινε ότι ‘μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001)’. Περαιτέρω έκρινε ότι οι διατάξεις που προσδιορίζουν την τηρούμενη διαδικασία για να διαπιστωθεί αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, αφορούν την ποινική ευθύνη του οδηγού και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής – επομένως η απόδειξη ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση τοξικών ουσιών μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως ο τρόπος ομιλίας, οσμή οινοπνεύματος, βάδιση κ.α. Απορρίπτει αναίρεση

Οικογενειακές διαφορές – εξώδικος συμβιβασμός

Με την υπ’ αρ. 277/2019 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα), κρίνοντας επί αιτήσεως μετοίκησης λόγω άσκησης ενδοοικογενειακής βίας και διατροφής ενηλίκων τέκνων, δέχθηκε ότι εφόσον ο καθού στα πλαίσια ιδιωτικού συμφωνητικού, αποδέχθηκε την αίτηση ως προς τη μετοίκησή του, τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης και τη χρήση του οικιακού εξοπλισμού αυτής, αυτή η αποδοχή οδηγεί αναγκαίως και στην ουσιαστική παραδοχή ως προς τα επίδικα ζητήματα. Επιπλέον διέκρινε την έννοια του συμβιβασμού από άλλες έννοιες όπως η δωρεά και η άφεση χρέους, ανάλογα με την ύπαρξη ή μη φιλονικίας, αβεβαιότητας ή αμοιβαίων υποχωρήσεων. Επαναλαμβάνει δε, όπως σειρά δικαστικών αποφάσεων, ότι απαγορεύεται εκ του νόμου ο συμψηφισμός κατά της απαίτησης από διατροφή ακόμα και αν η προς συμψηφισμό προτεινόμενη απαίτηση απορρέει και αυτή από καταβληθέντα προηγουμένως αχρεωστήτως ποσά διατροφής (Μον Εφ Πειρ 8/2018, Μον Πρωτ. Θεσ. 28355/2012).

Μισθώσεις- αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία

Ο Άρειος Πάγος (πολιτικό τμήμα), με την υπ’ αριθμόν 364/2018 απόφασή του, έκρινε, κατά τα ενδιαφέροντα σημεία της, ότι ‘Από τη διάταξη 662 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων, συνάγεται ότι η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η απόδοση της χρήσης του μίσθιου, επέχει θέση καταγγελίας της μισθώσεως… Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, η νόμιμη διάρκεια των μισθώσεων, που υπάγονται σε αυτό, είναι δωδεκαετής… η ως άνω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, δηλαδή αυτές που έχουν καταρτιστεί, πριν από την ισχύ του νόμου (28-9-1999) και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα ετών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ως άνω ΠΔ/τος, προκύπτει α) ότι, σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στον μισθωτή, ως αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων, και όταν, ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών… Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άυλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία…’ Επιπλέον, ‘ο αρνητικός ισχυρισμός περί ανυπαρξίας καταγγελίας και συνακόλουθα μη θεμελίωσης νόμιμης αξίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης – μισθώτριας στις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 παρ. δ’ του ΠΔ 34/1995 δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 527 ΚΠολΔ περί βραδείας προβολής νέων ισχυρισμών, δηλαδή αυτοτελών ισχυρισμών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, διότι συνιστούσε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση και συνεπώς το Εφετείο όφειλε να τον ερευνήσει’.