Δικαστική κατανομή επιμέλειας – αποκλειστική ανάθεση αυτής στη μητέρα

Facebooktwitterlinkedinmail

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε, κατά την νέα τακτική διαδικασία – οικογενειακές διαφορές, επί αντίθετων αγωγών, έκρινε τα εξής:
Ως προς τα ζητήματα που επηρεάζουν καίρια τη ζωή του τέκνου, όπως σημαντικά ζητήματα της υγείας του, καθώς και ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, για τα οποία απαιτείται κοινή απόφαση των γονέων, διότι η κρίση για αυτά παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, εάν ο γονέας που δεν ασκεί την επιμέλεια αδυνατεί να συμπράξει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, τότε και αυτά ανατίθενται αποκλειστικά στον έτερο γονέα (άρθρ. 1519 εδ. β’, σε συνδυασμό με άρθρο 1510 τελ. εδάφιο). Στη δικαστική κρίση, επομένως, καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητά του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και (τυχόν) αδελφούς του. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του.

Το Δικαστήριο έκανε, ακόμη, λόγο για τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από την ελληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα της ρύθμισης που αφορά την χρονική κατανομή της επιμέλειας και την εναλλασσόμενη κατοικία, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δύο κέντρων ζωής θεωρείται ότι προκαλεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλεια, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν την ζωή του παιδιού. Επιπλέον, σημειώθηκε πως ενδέχεται να δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (Παπαχρίστου, Αρμ 1985/101-103).
Για να λειτουργήσει δηλαδή αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη γονική μέριμνα ή επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους. Τέλος, γνώμονας στην σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης και σε περίπτωση που ο ένας γονέας κρίνεται ακατάλληλος για την άσκηση του παραπάνω λειτουργικού δικαιώματος, ανατίθεται τούτο στον γονέα που μπορεί να ανταποκριθεί, ενώ ο άλλος περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο (ΑΠ 298/2021 Νόμος).
Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι το αληθές συμφέρον του ανήλικου, όχι μόνο το ψυχικό, αλλά και το σύνολο της διαμόρφωσης της παιδικής του προσωπικότητας, ενόψει και της μικρής του ηλικίας (7 ετών), επιβάλλει όπως η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανατεθεί αποκλειστικά στη μητέρα του, η οποία έχει τα ανάλογα προσόντα να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον. Το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα αποκλείοντας την αιτούμενη από τον πατέρα εναλλασσόμενη ανά εβδομάδα επιμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την μικρή ηλικία του τέκνου, λόγω της οποίας το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλληλη ύπαρξη δύο βιοτικών κέντρων δύναται να προκαλέσει στο ανήλικο τέκνο των διαδίκων έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας γεγονός που πιθανόν θα αναστατώσει και θα απορρυθμίσει τη ζωή του παιδιού. Σημειώνεται ότι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανήλικου στο ηλικιακό στάδιο που διανύει επιτάσσει σταθερότητα και όχι μοίρασμα μεταξύ των γονέων του καθόσον αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του. Επιπλέον προβλέπεται ότι ενδέχεται να δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων , καθόσον η συνεπιμέλεια με εναλλασσόμενη κατοικία απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανήλικου κατά τρόπο παιδαγωγικό. Για να λειτουργήσει δηλαδή αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους, γεγονός που δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι η σχέση του ζεύγους παραμένει εξόχως δυσλειτουργική, με συνέπεια η χρονική κατανομή της επιμέλειας να μην αποτελεί τον προσφορότερο τρόπο άσκησης της επιμέλειας για την υπό κρίση περίπτωση. Και ναι μεν προβλέπεται πλέον ρητά στο νόμο η εναλλασσόμενη επιμέλεια του ανηλίκου, που αιτείται ο πατέρας, πλην όμως καταληκτικά είναι γνωστό ότι ο νομοθέτης έδωσε στον δικαστή ως πυξίδα και άξονα αναφοράς για τα θέματα που σχετίζονται με τα παιδιά την εξυπηρέτηση του αληθινού τους συμφέροντος. Την έννοια όμως και το εξατομικευμένο περιεχόμενο του όρου αυτου απέφυγε να το προσδιορίσει, μετακυλίοντας και εναποθέτοντας έτσι το βάρος της ευθύνης αυτής στους ώμους του εφαρμοστή και ερμηνευτή του δικαίου.
Σημειώθηκε δε από το Δικαστήριο πως είναι κοινώς γνωστό, σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης, ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη κατοχύρωσης της συναισθηματικής μονιμότητας της σταθερότητας και της συνέχειας στην φροντίδα τους, που θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν έναν ασφαλή ψυχοσυναισθηματικό δεσμό με το βασικό πρόσωπο φροντίδας τους. Οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν με ένα απλό μοίρασμα των αποφάσεων που αφορούν στα παιδιά μεταξύ των δύο γονιών. Η σταθερότητα αυτή επιτυγχάνεται χάρη στον σταθερό χώρο κατοικίας, στη συνέχεια, στη φροντίδα, στη σταθερότητα του βασικού προσώπου φροντίδας, στο ήρεμο κλίμα που επικρατεί στις οικογενειακές σχέσεις, τη σαφήνεια των ρόλων, των χώρων και των σχέσεων. Οποιαδήποτε σύγχυση, οποιοδήποτε βίαιο “μοίρασμα” του παιδιού προς όφελος των ενηλίκων αποβαίνει σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του παιδιού. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και δεδομένα της παιδοψυχιατρικής επιστήμης, το Δικαστήριο έκρινε πως το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιτάσσει την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα του.
Το Δικαστήριο, τέλος, ρύθμισε την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο τέκνο, υποχρεώνοντάς τον παράλληλα να καταβάλει στην μητέρα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ως συνεισφορά του στη διατροφή του, μηνιαίως χρηματικό ποσό.