Απόφαση ΜονΠρωτΑγρινίου – απόδοση της αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα ανηλίκου τέκνου

Στην υπόθεση αυτή που αφορούσε ανήλικο 2.5 ετών και χειρίστηκε το γραφείο μας, το δικαστήριο έκρινε ότι ‘εφόσον η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας δεν είναι δυνατή ή προς το συμφέρον του τέκνου΄, μπορεί να την αναθέσει σε ένα γονέα ή να την αναθέσει σε τρίτο ή να την κατανέμει μεταξύ των γονέων, πάντοτε όμως με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου και χωρίς να δεσμεύεται από συμφωνίες των γονέων που δεν βρίσκονται σε αρμονία με το συμφέρον του ακόμα και όταν γίνονται στα πλαίσια της συμβιβαστικής επίλυσης.. Η ρύθμιση του άρθρου 1520 ΑΚ σε σχέση με την επικοινωνία του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, εισάγει μαχητό τεκμήριο ως προς το χρόνο επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία, με το γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, καθοριζόμενος ως το 1/3 του συνολικού χρόνου, θέτει ως στόχο την ομαλή ψυχοπνευματική ανάπτυξη του τέκνου και την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του και ταυτόχρονα την αποφυγή δικαστικών διενέξεων και εντάσεων μεταξύ των γονέων.. Με βάση τα παραπάνω το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας του τέκνου των διαδίκων αποκλειστικά στην μητέρα του η οποία είχε εν τοις πράγμασι αναλάβει την φροντίδα και ανατροφή αυτού κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και μετέπειτα, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της από κοινού άσκηση στο σύνολο της γονικής μέριμνας από αμφότερους τους διαδίκους γονείς του, όπως αυτός καθιερώνεται με τις νέες διατάξεις.. Η λύση αυτή παρίσταται προφανώς επωφελής για το ανήλικο τέκνο με γνώμονα πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον αυτού.. Με γνώμονα πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου κρίνεται ότι το περιβάλλον που η μητέρα προσφέρει εν προκειμένω, είναι το κατάλληλο λόγω και της ηλικίας του, ενώ και η απομάκρυνση του τέκνου από τη μητέρα του θα επιδράσει αρνητικά στην εύθραυστη ψυχολογία του. Η λύση της αποκλειστικής επιμέλειας εκ μέρους της μητέρας παρίσταται επωφελής για το ανήλικο τέκνο, με γνώμονα πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον αυτού, δεδομένου ότι πιθανολογείται ότι οι διάδικοι δεν έχουν βρει τον τρόπο να διαχειρίζονται τις διαφωνίες τους χωρίς εντάσεις, με αποτέλεσμα η συνεπιμέλεια να μην προκρίνεται ως η κατάλληλη λύση στην προκειμένη περίπτωση, καθόσουν δεν θα είναι δυνατή η πραγματική άσκηση της προς το συμφέρον του τέκνου, δεδομένου του ότι ουδείς των γονέων διακατέχεται από πνεύμα συνεννόησης με τον άλλον και οι διαπροσωπικές τους σχέσεις εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα τεταμένες… Η επιτυχής λειτουργία της συνεπιμέλειας ανηλίκων, προϋποθέτει ένα ελάχιστο πλαίσιο συνεννόησης και αλληλοκατανόησης στις σχέσεις των γονέων, οι οποίοι έχουν αποφασίσει συνειδητά να παραμερίσουν τις προσωπικές τους διαφορές και είναι σε θέση να συνεργαστούν… Συνεπώς είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας αυτό αποκλειστικά στην μητέρα του η οποία κρίνεται ότι είναι η πλέον κατάλληλη για το καθήκον αυτό και για την περαιτέρω ψυχοσωματική ανάπτυξη και διαμόρφωση της προσωπικότητας του και για την διατήρηση της σταθερότητας και συνέχειας στις συνθήκες ανάπτυξης αυτού. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο του, θα πρέπει αφενός μεν να ενισχύσει το φυσικό δεσμό αίματος και τα αισθήματα στοργής και αγάπης μεταξύ τους και να συντελέσει στην ανάπτυξη ισορροπημένης προσωπικότητας του τέκνου, αφετέρου δε να μην διαταράξει την ψυχική υγεία του τέκνου και να μην προκαλέσει σε αυτό αισθήματα ανασφάλειας και διατάραξης της ψυχοσύνθεσης του και της ψυχικής του υγείας, πρέπει το δικαίωμα επικοινωνίας να ρυθμιστεί με τέτοιο τρόπο που λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του τέκνου, σε συνδυασμό και με τα όσα αιτείται ο πατέρας, δεν μπορεί να αντιστοιχεί στο 1/3 του συνολικού χρόνου, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα μεταβατικό στάδιο, κατά το οποίο η επικοινωνία πατέρα και τέκνου θα έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, ώστε σταδιακά αυτό να συνδεθεί συναισθηματικά με τον καθού πατέρα του, να αισθανθεί ασφάλεια και να μπορέσει να προσαρμοστεί στις τωρινές συνθήκες διαβίωσης αυτού και να αναπτύξει προοδευτικά τα συναισθήματα που θα του επιτρέψουν στην συνέχεια με ασφάλεια να έχει μεγαλύτερη χρονική επικοινωνία μαζί του στο προσεχές μέλλον…’

Μον Πρωτ Σύρου – Απόδοση στη μητέρα της αποκλειστικής επιμέλειας ανηλίκου τέκνου

Σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, σε σχέση με την κατανομή της επιμέλειας ανήλικου τέκνου 3 ετών, έκρινε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «… όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η σχέση και επικοινωνία των διαδίκων ήταν δυσλειτουργική λόγω της διαφωνίας τους σε ζητήματα που αφορούσαν κυρίως την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου τους. Η σχέση δε των διαδίκων εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ιδιαίτερα τεταμένη με εκατέρωθεν αλληλοκατηγορίες, µε την υποβολή εγκλήσεων εκ μέρους αμφότερων των διαδίκων για ενδοοικογενειακή βία, απειλή και παράνομη βία, με κλήσεις στην Άμεση Δράση…  και ανταλλαγή μηνυμάτων για ζητήματα που άπτονται και της μεταξύ τους σχέσης, αλλά κυρίως της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους. Ως εκ τούτου έχουν δημιουργηθεί έντονες αντιθέσεις, συνεπεία και των διαφορετικών αντιλήψεών τους, οι οποίες αποκλείουν τη συνεννόηση επί των αναφερόμενων στην άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους καθημερινών ζητημάτων, αποτυπώνονται, δε, ακόμα και σήμερα στη σφοδρή αντιδικία των τελευταίων, εξαιτίας δε της ανωτέρω κατάστασης, που προκαλεί εμπόδιο στην εξεύρεση συναινετικής λύσης και στην δημιουργία των ελάχιστων προϋποθέσεων για την από κοινού συνεργασία των γονέων στην καθημερινή διαχείριση των ζητημάτων που αφορούν το ανήλικο τέκνο τους, καθίσταται αδύνατη η συνεννόησή τους σε θέματα που αφορούν την καθημερινότητα του τέκνου τους και άπτονται της επιμέλειας του προσώπου του. […] Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα του αιτούντος- καθ’ ου περί από κοινού άσκησης της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου µε χρονική κατανομή, κρίνεται απορριπτέο, διότι κρίνεται ότι τούτο δεν συνάδει με το συμφέρον αυτού, αφού θα οδηγούσε επιπλέον σε αποσυντονισμό, πολυδιάσπαση και, εν τέλει, σε απορρύθμιση της ζωής του τελευταίου, συνεπεία των συνεχών μετακινήσεών του, των εναλλασσομένων συνεχώς περιβαλλόντων και της δημιουργίας δύο παράλληλων κέντρων ζωής, ήτοι στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία και αισθήματος ανασφάλειας, που θα είχε αναμφίβολα δυσμενείς συνέπειες στη ψυχική ηρεμία και την ισορροπημένη ανάπτυξή του. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η αιτούσα- καθ’ ης, η οποία από τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου της επιμελείται αυτού, εξασφαλίζοντας ένα ήρεμο περιβάλλον, απαραίτητο για την ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, είναι ικανή να διαπαιδαγωγήσει σωστά το ως άνω ανήλικο τέκνο της, το οποίο διαμένει μαζί της και αποτελεί κατάλληλο πρόσωπο για την ανατροφή του, αφού αυτή το περιβάλλει µε τη στοργή και τη φροντίδα της και παρέχει το εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγησή του, ανταποκρίνεται δε στα καθήκοντα της έναντι του τέκνου της. […] Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω οι εκ του νόμου (άρθρο 1514 παρ. 2, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον ν. 4800/2021) προϋποθέσεις, ώστε το παρόν Δικαστήριο να αναθέσει μέρος της γονικής μέριμνας και δη την επιμέλεια του, προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην αιτούσα- καθ’ ης η αίτηση μητέρα του, με αποκλειστικό γνώμονα… βέλτιστο συμφέρον του ως άνω ανηλίκου τέκνου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές του ανάγκες και ως εκ τούτου κρίνει ότι η επιμέλεια του προσώπου του πρέπει να ανατεθεί στην μητέρα του αποκλειστικά, με την οποία θα διαμένει, πλην των αποφάσεων για τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 1519 ΑΚ, ήτοι για τους ειδικότερους τομείς της υγείας και εκπαίδευσης επί των οποίων οι γονείς απαιτείται να αποφασίζουν από κοινού.»

 

ΜονΠρωτΑθ – αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα, απαγόρευση προσέγγισης αυτής, προσβολές προσωπικότητας

Σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας, η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με την άσκηση της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων, απαγόρευση προσέγγισης της μητέρας, διατροφή συζύγου και προσβολή προσωπικότητας αυτής λόγω προσβλητικών μηνυμάτων του αντιδίκου γονέα, έκρινε τα ακολουθα: «Πιθανολογήθηκε ότι ο καθού η αίτηση πατέρας, επεμβαίνει στην ζωή της αιτούσας με λόγο και με μηνύματα στο κινητό της, την ψέγει και την εξυβρίζει για την ερωτική της ζωή, για το γεγονός ότι εργάζεται και για τις μεταξύ τους διαφορές. Άπαντα αυτά τα μηνύματα συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς της αιτούσας και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην προσωπική της ζωή. … Επομένως πιθανολογήθηκε η συνδρομή επείγουσας περιπτώσεως, να ρυθμιστεί η κατάσταση και να απαγορευτεί στον καθού να επικοινωνεί με την αιτούσα δια ζώσης, τηλεφωνικά ή μέσω οποιασδήποτε άλλης εφαρμογής, πλην της απολύτως αναγκαία επικοινωνίας προκειμένου να διεξάγεται ομαλά η επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του…, καθώς και να την προσεγγίζει σε απόσταση εγγύτερη των 10 μέτρων…. Αν υπάρχει συστηματική άρνηση συνεργασίας, το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει με βάση την 1512 ΑΚ αλλά με βάση την 1514 ΑΚ, η οποία δεν αφορά επιμέρους διαφωνίες των γονέων, αλλά σε παρεκκλίσεις από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας. Έτσι ο ρόλος του δικαστηρίου συντρέχει μόνο αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας συστηματικής και επαναλαμβανόμενης διαφωνίας των γονέων…. Οι λόγοι για τους οποίους δε μπορεί να λειτουργήσει η κοινή μέριμνα, μπορεί να είναι είτε υπαίτιοι για τον έναν ή και τους δύο γονείς (για παράδειγμα διαφορετικές απόψεις σε θέματα ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, θρησκευτικής παιδείας, έντονη επαγγελματική απασχόληση του ενός γονέα), είτε υπαίτιοι. … Το δικαστήριο μπορεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1514 ΑΚ, ανάλογα με την περίπτωση, να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, εξειδικεύοντας τον τρόπο άσκησης της, αναθέτοντας την άσκηση της στον ένα μόνο γονέα ή σε κάποιον τρίτο. Συνεπώς, σε αυτό εναπόκειται να αποφασίσει όποιο μέτρο θεωρεί κατάλληλο για το παιδί με γνώμονα το συμφέρον του. Αν διαπιστώνεται ότι οι σχέσεις των γονέων έχουν πλήρως αποδομηθεί και ότι οι γονείς δεν πρόκειται να συνεργαστούν στο μέλλον προς το συμφέρον του παιδιού τους, το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, ή την αποκλειστική ανάθεση της στον ένα γονέα, υπό την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αποτελεσματικότερα η αποφυγή συνεχών και γενικευμένων ερίδων και συγκρούσεων μεταξύ των γονέων ή η καλύτερη φροντίδα του παιδιού προς το συμφέρον του, η προαγωγή του οποίου πρέπει να είναι το αξιολογικό κριτήριο για την δικαστική ρύθμιση της γονικής μέριμνας. Εν προκειμένω, πιθανολογήθηκε ότι συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού του αιτούντος πατέρα από την επιμέλεια των παιδιών και αποκλειστικής ανάθεσης αυτό το λειτούργημα τους στην αιτούσα μητέρα, αφού προέκυψε η ύπαρξη συστηματικής άρνηση συνεργασίας, λόγος που καθιστά μη λειτουργικό του σύστημα που πλέον προκρίνει ο νόμος για την άσκηση της επιμέλειας και επιπλέον πιθανολογήθηκε η αποδόμηση των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων. Επομένως τα σχετικά αιτήματα του αιτούντος για ανάθεση της επιμέλειας αποκλειστικά στον ίδιο, άλλως της συνεπιμέλειας, πρέπει να απορριφθούν ως κα’ ουσίαν αβάσιμα και να ανατεθεί η επιμέλεια στην μητέρα τους με την οποία διαμένουν μέχρι σήμερα και την ασκεί με τον προσήκοντα τρόπο. … Τα εισοδήματα του αντιδίκου κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η εν λόγω φορολογική δήλωση του ως άνω διαδίκου, ως μη ελεγχθείσα, δεν αποτελεί αψευδές δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 953/2015, ΕφΔωδεκανήσου 10/2011, Μονομελές Εφετείο Λάρισας 144/2015, Μονομελές Εφετείο Πειραιά 749/2014). Επιπλέον, μολονότι δήλωσε ως εισόδημα το ανωτέρω ποσό, καταβάλει μηνιαίως μίσθωμα… και συγχρόνως για όλα τα έτη του έγγαμου βίου κάλυπτε όλες τις δαπάνες και τις ανάγκες της οικογένειας του και της συζύγου του που δεν εργαζόταν. Επομένως το πραγματικό του μηνιαίο εισόδημα είναι σίγουρα μεγαλύτερο. Η διακοπή της συμβίωσης έγινε από εύλογη αιτία για την αιτούσα και κατά το χρόνο της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αμφότεροι έφεραν το βάρος συντήρησης της οικογένειας τουςν με κυρίαρχο ρόλο στο βάρος αυτό του καθού, λόγω μειωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας της αιτούσα,ς με συνέπεια η τελευταία να απολαμβάνει μέρος των εισοδημάτων του συζύγου της… δικαιούται και τώρα αυτή διατροφή σε χρήμα..».

ΜονΠρωτΑθ – Απόρριψη εναλλασσόμενης διαμονής ανηλίκου τέκνου

Σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με την κατανομή της επιμέλειας ανήλικου τέκνου 6 ετών, έκρινε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Αποδείχτηκε ότι η σχέση μεταξύ των διαδίκων εξακολουθεί και μέχρι σήμερα να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, με εκατέρωθεν αλληλοκατηγορίες, με την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και ανταλλαγή εξωδίκων, για ζητήματα που άπτονται της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους και έχουν δημιουργηθεί έντονες αντιθέσεις, συνέπεια και των διαφορετικών αντιλήψεων τους, οι οποίες αποκλείουν την συνεννόηση επί των αναφερόμενων στην άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους καθημερινών ζητημάτων, αποτυπώνονται δε ακόμα και σήμερα, στη σφοδρή αντιδικία των τελευταίων και εξαιτίας της ανωτέρω κατάστασης, που προκαλεί εμπόδιο στην εξεύρεση συναινετικής λύσης και στη δημιουργία των ελάχιστων προϋποθέσεων για την από κοινού συνεργασία των γονέων στην καθημερινή διαχείριση των ζητημάτων που αφορούν το ανήλικο τέκνο τους, καθίσταται αδύνατη η συνεννόηση τους σε θέματα που αφορούν την καθημερινότητα του τέκνου τους και άπτονται της επιμέλειας του προσώπου του. Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα του ενάγοντος περί από κοινού άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου του με χρονική κατανομή, κρίνεται απορριπτέος, διότι κρίνεται ότι τούτο δε συνάδει με το συμφέρον αυτού, αφού θα οδηγούσε επιπλέον σε αποσυντονισμό, πολυδιάσπαση και εντέλει απορρύθμιση της ζωής του τελευταίου, συνέπεια των συνεχών μετακινήσεων του, τον εναλλασσόμενων συνεχών περιβάλλοντος και της δημιουργίας δύο παράλληλων κέντρων ζωής, ήτοι στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία αισθήματος ανασφάλειας, που θα είχε αναμφίβολα δυσμενείς συνέπειες στην ψυχική ηρεμία και την ισορροπημένη ανάπτυξη του. Επομένως το σχετικό αίτημα του ενάγοντος περί ανάθεση της επιμέλειας από κοινού στους διαδίκους με χρονική κατανομή και εναλλασσόμενη κατοικία, την τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο». 

Απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημα της μετάδοσης χωρίς δικαίωμα ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων

Με την απόφαση με αριθμό 1482/2024, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, καταδίκασε σε 3 χρόνια φυλάκιση και 30.000 ευρώ χρηματική ποινή τον κατηγορούμενο, καταδικάζοντας αυτόν για χωρίς δικαίωμα μετάδοση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά και σε 8 μήνες για εξύβριση. Δεν έγινε δεκτή καμία ελαφρυντική περίσταση, ενώ απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί παραγραφής του αξιόποινου κατ’ άρθρο 6 Ν. 4680/2020. Το γραφείο μας εκπροσώπησε την πολιτικώς ενάγουσα.

Υπενθυμίζεται ότι 1) Ευαίσθητα δεδομένα, θεωρούνται μεταξύ άλλων, τα δεδομένα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή ενός ατόμου και 2) Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

Δικαστική κατανομή επιμέλειας – αποκλειστική ανάθεση αυτής στη μητέρα

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε, κατά την νέα τακτική διαδικασία – οικογενειακές διαφορές, επί αντίθετων αγωγών, έκρινε τα εξής:
Ως προς τα ζητήματα που επηρεάζουν καίρια τη ζωή του τέκνου, όπως σημαντικά ζητήματα της υγείας του, καθώς και ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, για τα οποία απαιτείται κοινή απόφαση των γονέων, διότι η κρίση για αυτά παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, εάν ο γονέας που δεν ασκεί την επιμέλεια αδυνατεί να συμπράξει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, τότε και αυτά ανατίθενται αποκλειστικά στον έτερο γονέα (άρθρ. 1519 εδ. β’, σε συνδυασμό με άρθρο 1510 τελ. εδάφιο). Στη δικαστική κρίση, επομένως, καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητά του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και (τυχόν) αδελφούς του. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του.

Το Δικαστήριο έκανε, ακόμη, λόγο για τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από την ελληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα της ρύθμισης που αφορά την χρονική κατανομή της επιμέλειας και την εναλλασσόμενη κατοικία, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δύο κέντρων ζωής θεωρείται ότι προκαλεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλεια, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν την ζωή του παιδιού. Επιπλέον, σημειώθηκε πως ενδέχεται να δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (Παπαχρίστου, Αρμ 1985/101-103).
Για να λειτουργήσει δηλαδή αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη γονική μέριμνα ή επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους. Τέλος, γνώμονας στην σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης και σε περίπτωση που ο ένας γονέας κρίνεται ακατάλληλος για την άσκηση του παραπάνω λειτουργικού δικαιώματος, ανατίθεται τούτο στον γονέα που μπορεί να ανταποκριθεί, ενώ ο άλλος περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο (ΑΠ 298/2021 Νόμος).
Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι το αληθές συμφέρον του ανήλικου, όχι μόνο το ψυχικό, αλλά και το σύνολο της διαμόρφωσης της παιδικής του προσωπικότητας, ενόψει και της μικρής του ηλικίας (7 ετών), επιβάλλει όπως η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανατεθεί αποκλειστικά στη μητέρα του, η οποία έχει τα ανάλογα προσόντα να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον. Το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα αποκλείοντας την αιτούμενη από τον πατέρα εναλλασσόμενη ανά εβδομάδα επιμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την μικρή ηλικία του τέκνου, λόγω της οποίας το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλληλη ύπαρξη δύο βιοτικών κέντρων δύναται να προκαλέσει στο ανήλικο τέκνο των διαδίκων έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας γεγονός που πιθανόν θα αναστατώσει και θα απορρυθμίσει τη ζωή του παιδιού. Σημειώνεται ότι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανήλικου στο ηλικιακό στάδιο που διανύει επιτάσσει σταθερότητα και όχι μοίρασμα μεταξύ των γονέων του καθόσον αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του. Επιπλέον προβλέπεται ότι ενδέχεται να δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων , καθόσον η συνεπιμέλεια με εναλλασσόμενη κατοικία απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανήλικου κατά τρόπο παιδαγωγικό. Για να λειτουργήσει δηλαδή αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους, γεγονός που δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι η σχέση του ζεύγους παραμένει εξόχως δυσλειτουργική, με συνέπεια η χρονική κατανομή της επιμέλειας να μην αποτελεί τον προσφορότερο τρόπο άσκησης της επιμέλειας για την υπό κρίση περίπτωση. Και ναι μεν προβλέπεται πλέον ρητά στο νόμο η εναλλασσόμενη επιμέλεια του ανηλίκου, που αιτείται ο πατέρας, πλην όμως καταληκτικά είναι γνωστό ότι ο νομοθέτης έδωσε στον δικαστή ως πυξίδα και άξονα αναφοράς για τα θέματα που σχετίζονται με τα παιδιά την εξυπηρέτηση του αληθινού τους συμφέροντος. Την έννοια όμως και το εξατομικευμένο περιεχόμενο του όρου αυτου απέφυγε να το προσδιορίσει, μετακυλίοντας και εναποθέτοντας έτσι το βάρος της ευθύνης αυτής στους ώμους του εφαρμοστή και ερμηνευτή του δικαίου.
Σημειώθηκε δε από το Δικαστήριο πως είναι κοινώς γνωστό, σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης, ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη κατοχύρωσης της συναισθηματικής μονιμότητας της σταθερότητας και της συνέχειας στην φροντίδα τους, που θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν έναν ασφαλή ψυχοσυναισθηματικό δεσμό με το βασικό πρόσωπο φροντίδας τους. Οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν με ένα απλό μοίρασμα των αποφάσεων που αφορούν στα παιδιά μεταξύ των δύο γονιών. Η σταθερότητα αυτή επιτυγχάνεται χάρη στον σταθερό χώρο κατοικίας, στη συνέχεια, στη φροντίδα, στη σταθερότητα του βασικού προσώπου φροντίδας, στο ήρεμο κλίμα που επικρατεί στις οικογενειακές σχέσεις, τη σαφήνεια των ρόλων, των χώρων και των σχέσεων. Οποιαδήποτε σύγχυση, οποιοδήποτε βίαιο “μοίρασμα” του παιδιού προς όφελος των ενηλίκων αποβαίνει σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του παιδιού. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και δεδομένα της παιδοψυχιατρικής επιστήμης, το Δικαστήριο έκρινε πως το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιτάσσει την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα του.
Το Δικαστήριο, τέλος, ρύθμισε την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο τέκνο, υποχρεώνοντάς τον παράλληλα να καταβάλει στην μητέρα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ως συνεισφορά του στη διατροφή του, μηνιαίως χρηματικό ποσό.

ΜονΠρωτΑΘ: από κοινού άσκηση επιμέλειας ανηλίκου τέκνου

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε, κατά την νέα τακτική διαδικασία – οικογενειακές διαφορές, επί αντίθετων αγωγών, έκρινε τα εξής: Το Δικαστήριο διαπίστωσε πως το νέο άρθρο 1513 ΑΚ αποκλίνει από το προϊσχύον δίκαιο, εισάγοντας, κατά το πρότυπο άλλων σύγχρονων νομοθεσιών, τον κανόνα ότι η γονική μέριμνα μετά τον χωρισμό των γονέων, συνεχίζει να συνασκείται από τους γονείς, όπως συμβαίνει και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ή του συμφώνου συμβίωσης των γονέων. (βλ. σχετ. Γ. Λέκκα, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα μετά τον ν. 4800/2021, Σάκκουλας 2021, σελ. 166 επ.). Καθιερώνεται δηλαδή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το χωρισμό των γονέων ως νόμιμο σύστημα. Παρέχεται δε η δυνατότητα στους γονείς να ρυθμίσουν με συμφωνία τους τον τρόπο της άσκησης της γονικής μέριμνας κατά τη διάσταση και μετά το διαζύγιο.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας συστηματικής και επαναλαμβανόμενης διαφωνίας των γονέων, και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, και αφού οι γονείς έχουν προσφύγει στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, και εν τέλει επί αποτυχίας αυτής, αποφασίζει το δικαστήριο. Το δικαστήριο, κατά το άρθρο 1514 παρ.2 ΑΚ, θα αποφασίσει, όποιο μέτρο θεωρήσει κατάλληλο για το παιδί, για το συγκεκριμένο παιδί και για τη συγκεκριμένη περίπτωση, με γνώμονα βέβαια το συμφέρον του παιδιού. Μπορεί να κατανείμει λειτουργικά την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή να την αναθέσει εξ ολοκλήρου στον έναν, ή να την κατανείμει χρονικά, διατάσσοντας ίσως την εναλλασσόμενη κατοικία, αν τούτο επιβάλλει το συμφέρον του παιδιού.

Αν διαπιστώνεται ότι οι σχέσεις των γονέων έχουν πλήρως αποδομηθεί και ότι οι γονείς δεν πρόκειται να συνεργασθούν στο μέλλον για το συμφέρον του παιδιού τους, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας ή την αποκλειστική ανάθεσή της στον ένα γονέα υπό την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αποτελεσματικότερα η αποφυγή συνεχών και γενικευμένων έριδων και συγκρούσεων μεταξύ των γονέων ή κατά περίπτωση καλύτερη φροντίδα του παιδιού προς το συμφέρον του, η προαγωγή του οποίου πρέπει να είναι το αξιολογικό κριτήριο για τη δικαστική ρύθμιση της γονικής μέριμνας .

Αν δε το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κανόνας της από κοινού άσκησης της επιμέλειας μπορεί να λειτουργήσει και είναι προς το συμφέρον του τέκνου, πρέπει να απορρίπτει την αγωγή, οπότε θα ισχύει ο κανόνας της εξακολούθησης της από κοινού άσκησής της. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που οι διαφωνίες των γονέων δεν είναι θεμελιώδεις και σε όλα ή σχεδόν σε όλα τα θέματα της ανατροφής του παιδιού και ότι είναι συνεπώς δυνατή η λειτουργία της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας με δικαστική παρέμβαση σε επιμέρους μόνο ζητήματα της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, ό.π. σελ. 55, Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 204 επ., Κιτσάκη, «Συνεπιμέλεια» και συμφέρον του τέκνου. Ειδικά όρια της κοινής άσκησης της επιμέλειας, ΕφΑΔ 2021, σελ. 10,16).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημείωσε πως η κατανομή της γονικής μέριμνας μπορεί να γίνει με λειτουργικό κριτήριο και να αφορά ορισμένες μόνο από τις εξουσίες της γονικής μέριμνας (λειτουργική κατανομή), ενώ ένας άλλος τρόπος κατανομής της γονικής μέριμνας είναι η χρονική κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας ειδικότερα. Η χρονική κατανομή της άσκησης της επιμέλειας εξασφαλίζει την από κοινού συμμετοχή των γονέων στην άσκησή της και την ισόρροπη ανάπτυξη του παιδιού, που γίνεται δέκτης των διαφορετικών αντιλήψεων και τρόπων σκέψης των γονέων του, ενδέχεται όμως να δημιουργήσει και συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό. Η χρονική κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή, καθώς έχει τα ίδια μειονεκτήματα με την εναλλασσόμενη διαμονή του παιδιού και μπορεί επιπλέον να εκθέσει το παιδί σε γονεϊκές επιλογές εκ διαμέτρου διαφορετικές ενώ υπάρχει ο ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος ο ένας γονέας να επιχειρεί να αναιρέσει τις επιλογές του άλλου, με αυτονόητα κακή επίπτωση στο παιδί. Για να λειτουργήσει, δηλαδή, αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη γονική μέριμνα ή επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η στοιχειώδης δυνατότητα συνεννόησης, κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ τους και η λύση των διαφορών τους με καταφυγή πρωτίστως στη διαμεσολάβηση και ως έσχατο μέσο στα δικαστήρια (βλ. σχετ Γ. Λέκκα, ο.π.,  σελ. 205, 224 επ.. Κ. Φουντεδάκη ό.π. σελ. 53 επ. βλ. και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1393/2017, ΑΠ 317/2015, ΕφΘεσ 14202/2020, ΕφΑΘ 504/2019, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΛασιθ 261/2020 ΕφΑΔΠολΔ 2021, 78).

Το Δικαστήριο τονίζει την ανάγκη να γίνει διάκριση μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου. Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας κατά την οποία οι γονείς ασκούν εναλλάξ τη γονική μέριμνα με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο της κατοικίας του γονέα του, ο οποίος στο πλαίσιο αυτό ασκεί μόνος του κάθε φορά τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ’ άρθρο 1519 παρ. 1 ΑΚ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) σύμφωνα με τον κανόνα της 1513 εδ α ́ΑΚ, με εξαίρεση μόνο εκείνες τις πράξεις επιμέλειας κατ’ άρθρο 1513 εδ. β’ΑΚ, που μπορεί να επιχειρεί κάθε φορά μόνος του ο γονέας με τον οποίο διαμένει εκ περιτροπής το παιδί. Έτσι με τον κανόνα της διάταξης 1513 ΑΚ αποσυνδέεται ο τόπος διαμονής του παιδιού από την άσκηση της επιμέλειας.

Το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δυνατότητας που έχει, κατ’ άρθρο 1513 παρ. 3 ΑΚ, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της γονικής μέριμνας στα κατ ́ ιδίαν θέματα, μπορεί εφόσον με τον τρόπο αυτό προάγεται το συμφέρον του συγκεκριμένου τέκνου, να αποφασίσει ως τόπο διαμονής του παιδιού εναλλασσόμενα τον τόπο κατοικίας καθενός από τους γονείς του (εναλλασσόμενη κατοικία). Εάν τούτο δεν προάγει το συμφέρον του παιδιού (λ.χ. επειδή οι γονείς ζουν σε διαφορετική πόλη ή σε μεγάλη απόσταση ο ένας από τον άλλο, το παιδί δεν είναι εξοικειωμένο με τον έναν γονέα, ο ένας γονέας ζει μακριά από το κέντρο των σχολικών, εξωσχολικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του) συμπληρωματικό πυλώνα της από κοινού άσκησης της επιμέλειας του παιδιού από τους γονείς του αποτελεί η ενίσχυση του δικαιώματος της επικοινωνίας με το παιδί του γονέα με τον οποίο δε διαμένει, ώστε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενίσχυση των δεσμών του παιδιού και με τους δύο γονείς του και την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο στην ανατροφή και φροντίδα του (βλ. σχετ Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 224 επ., Κ. Φουντεδάκη ό.π. σελ. 38 επ., Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη ό.π., σελ. 317 επ.) .

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι εναλλασσόμενη διαμονή, όπως και η χρονική κατανομή, δεν σημαίνει απαραίτητα και ισόχρονη, δηλαδή ισοκατανομή του χρόνου διαμονής με τον κάθε γονέα αλλά πρέπει να προσδιορίζεται με βάση το συμφέρον του συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού, το οποίο δεν προάγεται γενικώς με μόνη τη διαπίστωση ότι είναι γενικώς προς το συμφέρον του παιδιού να μεγαλώνει και με τους δύο γονείς, αλλά πρέπει να διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη εκάστοτε περίπτωση ότι το παιδί περνά ευχάριστα σημαντικό και με τους δύο γονείς του, ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους διαφωνίες. Αντίθετα, η εναλλασσόμενη κατοικία δεν προάγει το συμφέρον του τέκνου στις περιπτώσεις που το ίδιο το παιδί δεν την επιθυμεί  (βλ. σχετ. ΕφΔωδ 31/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 227 επ., Σταμπέλου ό.π.).  Τονίζεται πως η κατ’ αρχήν θέση είναι μεν ότι το παιδί πρέπει να μεγαλώνει και με την παρουσία και τη φροντίδα και των δύο γονέων του, σε συνάρτηση όμως πάντα με το συγκεκριμένο κάθε φορά συμφέρον του το οποίο μπορεί σε ορισμένη περίπτωση να επιβάλει αποκλίσεις. Η παραδοχή αυτή είναι σύμφωνη με το διεθνές πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού, απέχει όμως πολύ από μια μηχανιστική και αυθαίρετη χρονική «ισότητα» (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη ό.π. σελ. 41 επ. και υπ. 136, όπου αναφέρονται ενδεικτικά: Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο 14 (2013), σημείο 67, ΕΔΔΑ Nechay κατά Ρωσίας, 25.5.2021. σκέψη 58, Κ. Λαδοπούλου, «Συνεπιμέλεια» και ψυχική υγεία των παιδιών ΕφΑΔΠολΔ 2021, 394). 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει, κατ’ άρθρο 1514 παρ. 3 ΑΚ και προς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, να ρυθμίσει τον τρόπο άσκησης της από κοινού επιμέλειάς του, ώστε αυτή να ασκείται με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας, δηλαδή με εναλλαγή του τόπου διαμονής του τέκνου, κατά τις μέρες που ορίζει το Δικαστήριο, οπότε οι γονείς θα ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου τους, ήτοι τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας, τις πράξεις που αφορούν την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του και τις πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα (άρθρα 1513 εδ.β’ και 1516 εδ. α’ ΑΚ), τις οποίες μπορεί να επιχειρεί μόνος του ο γονέας με τον οποίο θα διαμένει κάθε φορά το τέκνο, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς στο σύνολό της, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής του τέκνου.

Αναφορικά, τέλος, με τον προσδιορισμό της διατροφής σε περίπτωση χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας ή κοινής άσκησης της επιμέλειας με εναλλασσόμενη διαμονή των τέκνων, όπως εν προκειμένω, αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την ορθότερη λύση, αυτή θα προσδιορισθεί με τον υπολογισμό της αναλογίας των γονέων στο σύνολο των μηνιαίων δαπανών των τέκνων με βάση το εισόδημά τους, την αφαίρεση του ποσού που καλύπτει απευθείας έκαστος γονέας την περίοδο που ασκεί τη γονική μέριμνα και διαμένει με το τέκνο και την επιδίκαση υπέρ του γονέα με τις ασθενέστερες οικονομικές δυνάμεις και σε βάρος του άλλου γονέα, της διαφοράς μεταξύ των ποσών που καταβάλλει και των ποσών που του αναλογούν να καταβάλει (βλ. ΜΠρΘεσ. 915/2022, ΜΠρΖακυνθ 85/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Π.Νικολόπουλος, Αλληλεπίδραση της καταβολής διατροφής ανηλίκου με την επιμέλεια και την παρεμπόδιση της επικοινωνίας, ΕφΑΔΠολΔ 2018, σελ. 691).

 

 

Αλλαγή τόπου διαμονής ανηλίκου τέκνου

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων – οικογενειακές διαφορές, έκανε δεκτό το αίτημα της αιτούσας περί μεταβολής του τόπου διαμονής του ανηλίκου τέκνου της ίδιας και του καθ’ ου, πρώην συζύγου της, του οποίου η ίδια ασκεί την αποκλειστική επιμέλεια, ενώ παράλληλα ρύθμισε το μηνιαίο ποσό διατροφής του ανηλίκου τέκνου, που οφείλει να καταβάλει ο καθ’ ου η αίτηση. Επίσης, το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα επικοινωνίας του αιτούντος της αντίθετης της ως άνω αίτησης περί ρύθμισης της επικοινωνίας του ίδιου με το ανήλικο τέκνο του. Οι δύο πλευρές συνομολόγησαν τα αιτήματα της άλλης πλευράς, προσκομίζοντας το μεταξύ του συναφθεν ιδιωτικό συμφωνητικό. Στην ως άνω απόφαση, σημειώνεται πως το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Ελλείψει δε προσκομιδής λοιπών αποδεικτικών στοιχείων από τους διαδίκους και εφόσον το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό επιλύει, όπως σε τούτο ορίζεται, συναινετικά τα θέματα της μεταβολής του τόπου διαμονής του ανηλίκου, διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και της επικοινωνίας του αιτούντος-καθ’ ου η αίτηση – πατέρα του με αυτό, πιθανολογείται ότι δεν συντρέχει λόγος προκειμένου να υπάρξει διαφοροποίηση από την παραπάνω ήδη εκφρασθείσα βούληση των διαδίκων, αφενός όσον αφορά στην μεταβολή του τόπου μόνιμης κατοικίας του ανηλίκου τέκνου για την οποία στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται έγγραφη συμφωνία των διαδίκων-γονέων του ανηλίκου τέκνου και με βασικό κριτήριο το συμφέρον του ανηλίκου, καθώς πιθανολογείται η διατήρηση της ουσιαστικής επικοινωνίας με τον πατέρα του όσο και η εξασφάλιση ομαλών συνθηκών διαβίωσής του, αφετέρου ως προς τον καθορισμό της συνεισφοράς του αιτούντος-καθ’ ου η αίτηση – πατέρα του στην προσωρινή μηνιαία διατροφή του ανηλίκου τέκνου. Πρέπει, ακόμα, να ρυθμισθεί προσωρινά η επικοινωνία του ανηλίκου με τον αιτούντα- καθ’ ου η αίτηση – πατέρα του, η οποία επικοινωνία και η συχνότητα αυτής αναπροσαρμόσθηκε λαμβάνοντας υπόψη να μη διαταράσσεται η καθημερινότητα του ανηλίκου τέκνου. Επομένως, πρέπει να ρυθμιστεί προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος καθ’ ου, -σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που κρίνεται από το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στο συμφέρον του ανηλίκου.

Διαφορές από αυτοκίνητα

Με πρόσφατη απόφασή του, κατά τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την ένσταση των εναγομένων περί προσκομιδής βεβαίωσης του ασφαλιστικού οργανισμού του ενάγοντος, από την οποία να αποδεικνύεται ποιά ποσά κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει ο ασφαλιστικός οργανισμός στον ενάγοντα, και έκρινε ότι η δαπάνη της χειρουργικής επέμβασης, λόγω του τραυματισμού που υπέστη ο ενάγων κατά την επίδικη σύγκρουση, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη διενεργηθεί και υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί σε δημόσιο νοσοκομείο, χωρίς να υποβληθεί ο ενάγων σε οποιαδήποτε δαπάνη ή εφόσον απευθυνθεί σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, τμήμα της σχετικής δαπάνης να καλυφθεί από οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, θα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσα. 

Ακόμα, το Δικαστήριο έκρινε, κάνοντας δεκτή την σχετική ένσταση των εναγομένων, ότι αναφορικά με την ηθική βλάβη από την, σε βάρος του ενάγοντος, αδικοπραξία, λόγω του τραυματισμού του, των ψυχικών και σωματικών πόνων που υπέστη, εξαιτίας του σοκ που δοκίμασε κατά την επίδικη σύγκρουση, της στεναχώριας, της ταλαιπωρίας και της αναστάτωσης στην οποία υποβλήθηκε για την επούλωση των τραυμάτων του, συντρέχει, στην προκείμενη περίπτωση, η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 346 ΑΚ δυνατότητα εξαίρεσης της επιδίκασης της απαίτησης με το νόμιμο τόκο επιδικίας, λόγω της εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βασιμότητα και το ύψος της επίδικης αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία επιδικάζεται κατ’ εύλογη κρίση του Δικαστηρίου.

Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά – δεκτή τυπικά εκπρόθεσμη έφεση λόγω ανωτέρας βίας

Με πρόσφατη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούσης της Προέδρου του), έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα εκπρόθεσμα έφεση της κατηγορούμενης, συγχωρώντας το εκπρόθεσμο και κάνοντας δεκτό τον ισχυρισμό της συνηγόρου υπεράσπισης, Στεντούμη Ιωάννας, ότι λόγω της κατάστασης της υγείας της κατηγορουμένης, η οποία ήταν χρόνια χρήστρια ναρκωτικών ουσιών και πλέον σε απεξάρτηση σε επίσημο φορέα (ΚΕΘΕΑ), και λόγω των τότε συνθηκών αστεγίας της, ήταν αδύνατο να ενημερωθεί έγκαιρα για την εναντίον της δικαστική απόφαση, αλλά και να δείξει την αναγκαία επιμέλεια ώστε να φροντίσει να ενημερώσει τις δικαστικές αρχές ότι πλέον δεν κατοικούσε στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση – επομένως για λόγους ανωτέρας βίας έπρεπε να γίνει δεκτή η έφεση και να εξεταστεί στην ουσία. Στη συνέχεια έγινε δεκτό το αίτημα της αναβολής ώστε να έχει ολοκληρωθεί το πρόγραμμα απεξάρτησης.