ΜονΠρΠειρ – Υποχρέωση διατροφής συζύγου και μετοίκησης

Με πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κρίθηκαν τα εξής: ότι το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης διατάσσεται όταν συντρέχει ουσιαστική διακοπή της συμβίωσης, και σκοπό έχει, όχι τη ρύθμιση της συζυγικής στέγης, αλλά την ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων που έχουν διαταραχθεί. Για το λόγο αυτό, προς το σκοπό της διατήρησης ειρήνης και τάξης στην συζυγική οικία, διατάσσεται η μετοίκηση ενός από τους συζύγους, ως μέσον πρόνοιας, εφόσον κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί. Κρίθηκε επίσης ότι μπορεί να επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο σύζυγο, να μετοικήσει ο ίδιος από την οικογενειακή στέγη, σε αντίθεση με προηγούμενη νομολογία, ότι η μετοίκηση  δεν εξαρτάται από δικαστική άδεια λόγω της συνταγματικά κατοχυρωμένη της προσωπικής ελευθερίας. Μπορεί επίσης να ζητηθεί μετοίκηση, ακόμα και αν ο σύζυγος έχει ήδη αποχωρήσει, εάν πιθανολογείται κίνδυνος επανόδου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, ενώ η απόφαση που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δε ζητηθεί τροποποίησή της μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου.

Περαιτέρω, επί διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, για την αναζήτηση διατροφής από μέρους ενός των συζύγων, πρέπει ο αιτών/ η αιτούσα να έχει από εύλογη αιτία αποστεί της συμβιώσεως ή να έχει εγκαταλειφθεί από τον άλλον χωρίς ευλογη αιτία. Ταυτόχρονα, πρέπει να οφειλόταν διατροφή βάσει των συνθηκών της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία υπάρχει η αμοιβαία υποχρέωση συνεισφοράς για την αντιμετώπιση των αναγκών του γάμου, αλλά και της διατροφής, υπό την έννοια ότι ο αιτών σύζυγος όφειλε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τη μικρότερη συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Με βάση αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι ο καθού η αίτηση, προσπαθούσε να υποχρεώσει την αιτούσα να αποχωρήσει από την κοινή τους οικία, υιοθετώντας αυταρχική, ταπεινωτική, υβριστική και ενίοτε χυδαία συμπεριφορά εναντίον της, η οποία επιδεινώνεται και επομένως η συμβίωσή τους θα προκαλέσει επιπλέον διαπληκτισμούς και έριδες, επομένως έκανε δεκτό το αίτημα μετοίκησης του.
Ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η αιτούσα απέχει από την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, που συνίσταται στην αντισυζυγική συμπεριφορά του καθού και συνεπώς δικαιούται πλήρους διατροφής – απορριπτόμενης σχετικής ένστασης – καθώς ουδέποτε εργάστηκε, αλλά είχε αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ ταυτόχρονα λόγω ηλικίας και ειδικότερων περιστάσεων, δεν είναι σε θέση, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα να αναλάβει οποιαδήποτε  εργασία. Έκανε ταυτόχρονα δεκτό ότι ο καθού συνεχίζει να εργάζεται έχοντας αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία δεν εμφανίζονται στα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα του.
Κατόπιν αυτών για λόγους επιείκειας, παραχωρεί τη χρήση της τελευταίας οικογενειακής στέγης στην αιτούσα, ενώ ορίζει τις νέες προσωπικές ανάγκες της από την χωριστή διαβίωση, δεδομένων των συνθηκών ζωής τους, όπως είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία η συνεισφορά της αιτούσας στις οικογενειακές ανάγκες συνίστατο σε προσφορά της προσωπικής εργασίας της, ενώ η συνεισφορά του καθού συνίστατο στην παραχώρηση της χρήσης της οικίας κυριότητας του, των εισοδημάτων του από την εργασία του και στη συνέχεια και της σύνταξής του, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, στο ποσό των 1500 μηνιαίως.

Γυναικοκτονία ως ακραία μορφή έμφυλης βίας

Όλες οι ανθρωποκτονίες γυναικών λόγω του φύλου τους και του κοινωνικού ρόλου που αποδίδεται σε αυτό, επί δεκαετίες παρουσιάστηκαν λανθασμένα ως εγκλήματα πάθους, υπερβολικής αγάπης, οικογενειακά δράματα, προσωρινής τύφλωσης και ζήλιας προς ένα θύμα υπήρξε προκλητικό, αποτέλεσμα  ψυχοπαθολογίας του δράστη.

Οι δολοφονίες αυτές,  όπως και τόσες δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας, με κίνητρο την άσκηση ελέγχου στα σώματα και τις επιλογές των θυμάτων. Επιλογές που επειδή δε γίνονται αρεστές, τιμωρούνται ακόμα και με την απώλεια της ζωής των γυναικών, όταν οι υπόλοιπες μορφές βίας προς ‘σωφρονισμό’ δε θεωρούνται αρκετές! Πρόκειται για μια βία που στηρίζεται στις βαθιά εμπεδωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και έμφυλα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες υποκεινται στην ανδρική εξουσία, και δυνητικά μπορούν να «τιμωρηθούν», «ελεγχθούν» και «σωφρονιστούν» μέσω της έμφυλης βίας,  ώστε να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Στην εμφυλη βία δεν υπάρχει όριο, προϋπόθεση, περιορισμός ανάλογα το κοινωνικό στρώμα, την οικονομική δυνατότητα, το μορφωτικό επίπεδο. Ο μύθος ότι τόσο η κακοποιημένη γυναίκα όσο και ο δράστης είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου καταρρίπτεται, καθώς το 30% των γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας είναι απόφοιτοι τεχνολογικών ή πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και το 40% είναι απόφοιτοι λυκείου. Ταυτόχρονα, το 60% των δραστών είναι απόφοιτοι τουλάχιστον Λυκείου, ενώ μόλις ένας στους δέκα είναι άνεργος.

Καμία μορφή βίας κατα των γυναικών δεν ειναι καινούρια. Ο ίδιος ο όρος της γυναικοκτονίας (femicide) δεν είναι καινούριος. Ήδη αναφέρεται σε λεξικό νομικών όρων από το 1801, ενώ στη σύγχρονη επιστήμη ήταν το 1976, όταν η εγκληματολόγος Νταϊάνα Ράσελ εισήγαγε την έννοια, ορίζοντας έτσι το εγκληματολογικό αυτό φαινόμενο. Ως έννοια, υπάρχουν αρκετές έννομες τάξεις που την έχουν ήδη ενσωματώσει, ενώ αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Ευρωπαικό Ινστιτούτο Ισότητας, τη EUROSTAT και το Γραφείο για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα των Ηνωμένων Εθνών. Η EUROSTAT συγκεριμένα αναφέρεται στην αναγκαιότητα στατιστικής καταγραφής της γυναικοκτονίας ως τέτοια, καθώς έχουμε νομική υποχρέωση να παρέχουμε στατιστικά στοιχεία για τις γυναικοκτονίες.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών και κοριτσιών επειδή είναι γυναίκες, δηλαδή λόγω του φύλου τους. Η γυναικοκτονία συνήθως διαπράττεται από άντρες αλλά κάποιες φορές συνεργούν και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικοκτονία διαπράττει σύντροφος ή πρώην σύντροφος που συνήθως είχε και μακρόχρονη κακοποιητική συμπεριφορά, απειλούσε, κακοποιούσε ή/και εκφόβιζε τη γυναίκα, η οποία πολύ συχνά βρίσκεται σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με αυτόν». Ο ΠΟΥ επίσης αναφέρει ότι η κύρια αιτία θανάτου των γυναικών ηλικίας από 16 έως 44 ετών είναι η δολοφονία από κάποιο οικείο πρόσωπο. Υπολογίζεται ότι καθημερινά δολοφονούνται παγκοσμίως 137 γυναίκες. Από τις 87.000 δολοφονίες γυναικών το 2017, το 58% διαπράχθηκε από (πρώην ή νυν) συζύγους ή συντρόφους ή μέλη της οικογένειας τους.

Σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), μπορεί να λάβει τη μορφή, μεταξύ άλλων 1) της δολοφονίας των γυναικών ως αποτέλεσμα συντροφικής βίας 2) βασανιστηρίων 3) εγκλημάτων “τιμής” 5) στοχοθετημένη δολοφονία στο πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων 5) δολοφονίες που σχετίζονται με προίκα, 6) λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού 7) δολοφονία γηγενών γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους 8) παιδοκτονία και εκτρώσεις με βάση το φύλο 9) θάνατοι που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων 10) κατηγορίες μαγείας και 11) άλλες δολοφονίες βασισμένες στο φύλο που συνδέονται με οργανωμένο έγκλημα και εμπορία ανθρώπων. 

Τον Οκτώβριο του 2007, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμά του για τη γυναικοκτονία στο Μεξικό και την Κεντρική Αμερική, τονίζει ότι οι γυναικοκτονίες δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μεμονωμένα περιστατικά, καθώς η γυναικοκτονία δεν προκύπτει ξαφνικά και απροσδόκητα, αλλά αποτελεί μάλλον την τελική πράξη σε μια συνεχή βία.

Ο όρος γυναικοκτονία δεν αναιρεί, ούτε αντιτίθεται στον όρο ανθρωποκτονία. Προκύπτει στο σήμερα ως επιτακτική ανάγκη, σχηματοποιεί και ονοματίζει κάτι που πλέον θα αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, από την αστυνομία, τις δικαστικές αρχές, τους ενόρκους, το κοινωνικό σύνολο. Η σωστή αποτύπωση και ο σαφής χαρακτηρισμός του βοηθάει να γίνει “ορατό” το πρόβλημα, να βρεθούν οι αιτίες που το γεννούν και η ιδιαιτερότητά του, ώστε να πάρουμε και τα σωστά μέτρα αντιμετώπισης και εξάλειψής του. Φυσικά ο όρος δεν περιγράφει μόνο τις περιπτώσεις δολοφονίας της συζύγου από το σύζυγο, σύντροφο κλπ, αλλά και τη δολοφονία κάθε γυναίκας η οποία, στο πλαίσιο μιας διαπροσωπικής σχέσης, ή και οχι, «αθέτησε» τον ρόλο της ως γυναίκας. Εκτός λοιπόν από τη σύζυγο, η πράξη της γυναικοκτονίας μπορεί κάλλιστα να αφορά κάθε γυναίκα, την ερωτική σύντροφο, μια συγκυριακή σχέση, την κόρη ή, σπανιότερα, τη μητέρα. Στα μάτια του θύτη, η γυναικα είχε έναν ρόλο που δεν εκπλήρωσε ως όφειλε.

Συνήθως ακολουθούνται κάποια στάδια που οδηγούν σε βίαια εγκλήματα εις βάρος των γυναικών. Πρόκειται για έναν κύκλο λεκτικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας που στις πιο ακραίες περιπτώσεις οδηγεί στη γυναικοκτονία. Δυστυχώς διαπιστώνεται μία αυξητική τάση της έμφυλης βίας – αύξηση των σεξουαλικών επιθέσεων, των γυναικοκτονιών, της καθημερινής απαξίωσης των γυναικών, της συντροφικής βίας, της κακοποίησης μέσω εικόνας.

Για το λόγο αυτό ειναι κρίσιμη η υιοθέτηση του όρου “femicide” από τα διεθνή και εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης γιατί θα επέτρεπε να αναδειχθεί το φαινόμενο, διαφοροποιώντας την έννοια από άλλες μορφές ανθρωποκτονίας, όπως συμβαίνει ήδη στη Χιλή και την Αργεντινή, όπου βάσει εμπειρογνωμόνων, αυτή η αλλαγή νομοθεσίας έχει ηδη μειώσει τον αριθμό των γυναικοκτονιών, τουλαχιστον όσον αφορά τη Χιλή. Μια τέτοια επιλογή υποδηλώνει την αναγνώριση του φαινομένου και αποκτά και συμβολικό χαρακτήρα. Άλλωστε δε συνιστά ένα “νέο” αδίκημα. Πρόκειται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση το οποίο θα πρέπει να τιμωρείται βαρύτερα, όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι τελείται λόγω του γεγονότος ότι το θύμα είναι γυναίκα. 

Οφείλουμε επομένως να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων, την εκπαίδευση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και τη δημιουργία σταθερών δομών με το κατάλληλο εργασιακό δυναμικό. Η υποχρέωση αυτή προστασίας απορρέει και ως νομική υποχρέωση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. H αναγνώριση της γυναικοκτονίας είναι άμεση αναγκαιότητα, με ταυτόχρονη αλλαγή στον ποινικό κώδικα, ώστε να ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση, ως έγκλημα μίσους στο οποίο αποκλείεται ρητά ο βρασμός ψυχικής ορμής. Ταυτόχρονα απαιτείται ξεχωριστό κεφάλαιο για τα έμφυλα εγκλήματα στον ποινικό κώδικα, που θα καταγράφουν όλες τις μορφές τους όπως και την κακοποίηση μέσω εικόνας (γνωστή ως εκδικητική πορνογραφία), η οποία αυτή τη στιγμή δεν αναγνωρίζεται.

Σχετικές παρεμβάσεις και συνεντεύξεις για το θέμα:

real.fm

popaganda.gr

thepresseproject.gr

ΑΘΗΝΑ 9,84

Αυγή

ERT

Epohi.gr

Τροποποίηση δικαστικά του ισχύοντος ιδιωτικού συμφωνητικού διατροφής και επικοινωνίας τέκνου

Σε μία από τις πρώτες αποφάσεις του 2021, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), κρίνοντας αίτημα μητέρας να τροποποιηθεί με δικαστική απόφαση το ύψος της διατροφής των ανήλικων τέκνων της και η επικοινωνία αυτών με τον πατέρα – ζητήματα που προηγουμένως είχαν ρυθμιστεί με ιδιωτικό συμφωνητικό στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου το οποίο ήταν ακόμα σε χρονική ισχύ – σημειώνει ότι η σύμβαση  που ρυθμίζει τη διατροφή στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου, δεν έχει χαρακτήρα παραίτησης από τη διατροφή για το μέλλον και ούτε μεταβάλλει την υποχρέωση διατροφής σε ενοχική υποχρέωση από σύμβαση. Επομένως μπορεί να τροποποιηθεί και να καταργηθεί με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων ή να μεταρρυθμιστεί από το δικαστήριο, αν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής (ΑΠ 402/2020). Επομένως, αν μετά την υπογραφή μίας τέτοιας συμφωνίας, μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής, είτε με τη μείωση των εισοδημάτων του υποχρέου είτε με την αύξηση των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση που ανάγεται στο μέλλον, μεταβάλλεται και αυτή ώστε να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής. Μάλιστα η δυνατότητα τέτοια μεταρρύθμισης, όπως πάγια δέχεται η νομολογία και η θεωρία, στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1494. Αντίστοιχα ισχύουν και σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών αναφορικά με την επικοινωνία που επίσης ρυθμίστηκε στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου με την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, αν από τότε που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα αλλά και την επικοινωνία του ανήλικου τέκνου, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, με την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου. Απέρριψε στη συνέχεια την ένσταση του καθού, ότι η μητέρα δε νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε από αυτήν όχι ατομικά, αλλά μόνο ως εκπροσώπου των ανηλίκων, κάνοντας δεκτό ότι εφόσον η αίτηση αφορά μεταρρύθμιση της ήδη καθορισθεισας επικοινωνίας λόγω μεταβολής των συνθηκών, η μητέρα νομιμοποιείται ενεργητικά στην υπό κρίση αίτηση. Κατόπιν τούτου, κάνοντας δεκτό το σχετικό αίτημα της αιτούσας, αύξησε σημαντικά το ύψος της διατροφής, εκτιμώντας μάλιστα ότι παρά το γεγονός της μη συμμετοχής των ανήλικων σε εξωσχολικές δραστηριότητες λόγω του ισχύοντος γενικού απαγορευτικού (‘lock down’), η εξοικονόμηση των σχετικών δαπανών, ισοσταθμίζεται από το επιπλέον ποσό που απαιτείται για την φύλαξη των τέκνων σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς για τους ίδιους λόγους τα σχολεία δε λειτουργούν και επομένως η φύλαξη των ανήλικων απαιτεί κατά πιθανολόγηση αρκετά σημαντικότερες δαπάνες. Τέλος, κάνοντας επίσης δεκτό το σχετικό αίτημα της μητέρας, τροποποίησε την επικοινωνία όσον αφορά τις θερινές διακοπές, ούτως ώστε να είναι ρυθμισμένη με τρόπο ορισμένο και να εξασφαλίζει σταθερότητα και στα ανήλικα τέκνα και στους διαδίκους.

Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας και τρόποι άμυνας

Όταν αναφερόμαστε στη σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, αναφερόμαστε σε  ‘οποιαδήποτε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα που αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος’ (άρθρο 2 περ. δ του ν. 3896/2010 και 2904/2019 άρθρο 22). Ως μορφή έμφυλης βίας, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και συνιστά ιδιαίτερα συχνή διάκριση λόγω φύλου με προσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες για τις γυναίκες, καθώς συχνά τις ωθεί εκτός της αμειβόμενης εργασίας: έρευνες στην Ελλάδα αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών που παρενοχλούνται στον ιδιωτικό τομέα, είτε παραιτούνται είτε απολύονται. Είναι όμως υποχρέωση των εργοδοτών να εξασφαλίζουν ότι κανένας και καμία εργαζόμενος/-η δεν θα δέχεται ανεπιθύμητη, προσβλητική σεξουαλική συμπεριφορά (Άρθρο 26,   Ν. 3896/2010).

Χαρακτηριστικές μέθοδοι ενός άνδρα που παρενοχλεί, είναι, μεταξύ άλλων, το ανεπιθύμητο άγγιγμα, η πίεση για ραντεβού/ ερωτική σχέση, τα τηλεφωνικά και ηλεκτρονικά μηνύματα, ο σχολιασμός του σώματος της εργαζομένης, η καύχηση για σεξουαλικές επιδόσεις και οιπρόστυχες χειρονομίες. Το 4-6% των θυμάτων που έχουν παρενοχληθεί, σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα, καταγγέλλουν απόπειρα βιασμού, με το αντίστοιχο ποσοστό στην ελληνική έρευνα να φτάνει στο 5,8%.

Περαιτέρω, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ένα ποσοστό άνω του 18 % των θυμάτων είχαν αναπτύξει «Μετατραυματικό στρες» (Post Τraumatic Stress Disorder) ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παρενόχλησης, με συμπτώματα ήταν άγχος, αϋπνία, θλίψη, έλλειψη συγκέντρωσης, φοβίες.

Τα θύματα δύνανται να προχωρήσουν σε καταγγελία στο Συνήγορο του Πολίτη και στις κατά τόπον Επιθεωρήσεις Εργασίας. Επίσης μπορούν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης για ηθική βλάβη, καθώς η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, ενώ προβλέπεται προστασία από την απόλυση.

Όσον αφορά όμως τις ποινικές αξιώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ως έννοια η σεξουαλική παρενόχληση δεν ορίζεται στον ποινικό κώδικα. Μπορούμε να την εντάξουμε στο άρθρο 337 ΠΚ, το οποίο αναφέρεται στην προσβολή της γενετήσιας  αξιοπρέπειας, και όταν συμβαίνει σε χώρο εργασίας, συνιστά επιβαρυντική περίσταση και έχει μεγαλύτερη ποινή (έως τρία έτη αντί για έως ένα έτος). Ουσιαστικά αναφερόμαστε σε ελαφρύτερες ερωτικές εκδηλώσεις και συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες του σώματος, καθώς και σε προτάσεις γενετήσιου χαρακτήρα. Αν δεν υπάρχει καθόλου σωματική επαφή, θα εφαρμοστεί το άρθρο 353 ΠΚ για την προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας που στην πραγματικότητα, αν δεν αφορά ανήλικο, έχει μόνο χρηματική ποινή. Σε όλα αυτά τα αδικήματα, πρέπει να έχουμε καταθέσει έγκληση εντός 3 μηνών.

Σε περιπτώσεις που τελείται υπό τέτοιο καθεστώς ψυχολογικής βίας και εκβιασμών, γενετήσια πράξη, έχουμε όχι το κακούργημα του βιασμού, αλλά πλημμέλημα για κατάχρηση σε γενετήσια πράξη, του άρθρου 343 ΠΚ («Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται: α) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, με κατάχρηση σχέσης εργασιακής εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης, β) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη του να εργασθεί, γ) οι διορισμένοι ή οπωσδήποτε εργαζόμενοι σε φυλακές ή άλλα κρατητήρια, σε αστυνομικές υπηρεσίες, σε σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κλινικές ή κάθε είδους θεραπευτικά καταστήματα ή σε άλλα ιδρύματα προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια αν, με κατάχρηση της θέσης τους, υποχρεώσουν σε γενετήσια πράξη πρόσωπο που έχει εισαχθεί σε αυτά τα ιδρύματα»).

Βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται από την περιορισμένη νομολογία επί της σεξουαλικής παρενόχλησης συγκεκριμένα, ειναι ότι τα θύματα δεν καταφεύγουν στην αναζήτηση έννομης προστασίας, κυρίως λόγω φόβου και ανασφάλειας για το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας αλλά και στερεοτύπων που διατρέχουν το δημόσιο λόγο. Άλλωστε τα ζητήματα της έμφυλης βίας και του τραύματος που συνεπάγεται για το θύμα, έως τώρα ήταν δυστυχώς αόρατα στο δημόσιο διάλογο, στην εκπαίδευση, στην εργασιακή πολιτική των ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Είναι τώρα η στιγμή να δημιουργηθούν οι μηχανισμοί προστασίας των θυμάτων και διευκόλυνσης των καταγγελιών.

Σχετικές παρεμβάσεις και συνεντεύξεις για τα ζητήματα έμφυλης βίας:

https://elle.gr/alithines-gynaikes/ftaiei-panta-o-viastis-leei-i-dikigoros/

https://popaganda.gr/stories/ioanna-stentoumi-emfyli-via-nomothesia/

https://www.makthes.gr/elliniko-metoo-den-prepei-na-zitame-apo-to-thyma-na-antidra-alla-apo-ton-drasti-na-min-parenochlei-360464

https://www.rosa.gr/koinonia/i-ioanna-stentoumi-mas-ekthetei-ti-megali-eikona-tis-ginaikeias-kakopoiisis/

Απόφαση σε αίτημα από κοινού άσκησης επιμέλειας ανηλίκου τέκνου

Με απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων) έκρινε, σε σχέση με αίτημα του πατέρα να λάβει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου του, βρεφικής ηλικίας, τα εξής: ‘Λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του ανήλικου τέκνου, καθώς και τις σχέσεις των διαδίκων, στις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν εντάσεις και έλλειψη συνεννόησης, το αληθινό συμφέρον του ανήλικου επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του προσωρινά αποκλειστικά στην μητέρα του’. Το δικαστήριο όμως ‘με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης πείρας και της κοινής λογικής’, έκρινε ότι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ‘λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του, είναι να λαμβάνει χώρα όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επικοινωνία με τον πατέρα του κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να ενισχύεται ο ψυχικός δεσμός μεταξύ τους και να αποφευχθεί η μεταξύ τους αποξένωση. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του αιτούντος απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο του, συντελεί δε, στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και στην εν γένει προσωπικότητα του’. Με βάση αυτά, όρισε το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα, μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους του ανήλικου, δύο απογεύματα την εβδομάδα επί τεσσερισήμισι ώρες το κάθε απόγευμα και εναλλάξ δύο Σαββατοκύριακα το μήνα χωρίς διανυκτέρευση, και με τη συμπλήρωση των 3 ετών του τέκνου, τρία  απογεύματα την εβδομάδα επί πέντε ώρες το κάθε απόγευμα, και εναλλάξ δύο Σαββατοκύριακα το μήνα με διανυκτέρευση. Ταυτόχρονα προβλέπεται αντικατάσταση των ημερών επικοινωνίας αν για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο, αυτές δε μπορέσουν να πραγματοποιηθούν, καθώς και ελεύθερη τηλεφωνική επικοινωνία.

Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πρέβεζας – προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού

Σε πρόσφατη απόφαση του ΜΟΔ Πρέβεζας,  όπου το κατηγορητήριο περιλάμβανε 18 πράξεις προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού σε 18 διαφορετικά θύματα, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 5 ετών για την απόπειρα βιασμού και 1 έτους για τις υπόλοιπες πράξεις.

Κατόπιν της πρώτης αναβολής, δηλώθηκε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής, καθώς σημείο έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την πάγια νομολογία αλλά και την ποινική θεωρία, είναι η διερεύνηση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (εξέταση μάρτυρα ή διεξεγωγή κάποιας άλλης απόδειξης εάν δεν υπάρχουν μάρτυρες), επί της ουσίας της κατηγορίας (ΑΠ 953/1975, ΑΠ 133/1956,749/2018 ΑΠ, 1772/2019 ΠΛΗΜΜ ΗΡΑΚΛ). Ετσι κρίθηκε και από το δικάσαν δικαστήριο, που απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμους του κατηγορούμενου, καθώς η αποδεικτική διαδικασία δεν είχε ξεκινήσει.

Επιπλέον επισημάνθηκε η παραβίαση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του νόμου 4478/17 που ενσωμάτωσε την οδηγία για τα θύματα – βάσει της οποίας όφειλαν να έχουν ενημερωθεί για όλα τους τα δικαιώματα, και για τον τρόπο άσκησης πολιτικής αγωγής – καθώς και η σχετική νομολογία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, έχει νομολογηθεί παγίως από το ΕΔΔΑ, ότι το δικάζον δικαστήριο οφείλει να επιβεβαιώσει αν οι εγκαλούσες και βασικές μάρτυρες του κατηγορητηρίου, επιθυμούν να είναι μέρος της ποινικής διαδικασίας και ότι οι αρχές του κράτους οφείλουν να διεξαγάγουν μία εμπεριστατωμένη και πραγματική έρευνα που μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση και στην τιμωρία των υπευθύνων. Στα πλαίσια αυτά, οφείλουν να έχουν λάβει όλα τα εύλογα μέτρα που διαθέτουν για να εξασφαλίσουν την συλλογή των αποδείξεων οι οποίες σχετίζονται με τα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Ακόμη, οι θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών κατά τα Άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι απαιτούν την ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης.

Επιπλέον, απορρίφθηκαν οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί ότι η απόπειρα βιασμού ήταν μια ακόμα προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και όλα τα ελαφρυντικά, και αυτό της μετεφηβικής ηλικίας.

Σημειωτέον ότι ασκήθηκε έφεση από την Εισαγγελία Ιωαννίνων, κατόπιν σχετικού αιτήματος της πολιτικής αγωγής που έγινε δεκτό, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των επιμέρους πράξεων προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας ως κατά συρροή (αληθινή, πραγματική και ομοειδής εν προκειμένω) και όχι κατ’ εξακολούθηση, καθώς αυτές στράφηκαν κατά διαφορετικών θυμάτων – φορέων του θιγόμενου εννόμου αγαθού. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έχει σαφή επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής και επομένως στο Εφετείο μπορεί αυτή να οδηγήσει σε όλως διαφορετικές ποινές.

Έμφυλη κακοποίηση μέσω εικόνας – εκδικητική πορνογραφία (‘revenge porn’)

Όταν αναφερόμαστε στην έμφυλη κακοποίηση μέσω εικόνας – τη μορφή κακοποίησης που έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως εκδικητική πορνογραφία – αναφερόμαστε σε μορφή βίας που βασίζεται στο φύλο και τελείται συνήθως μέσω του διαδικτύου. Είναι από τις πιο διαδεδομένες μορφές διαδικτυακής βίας που αντιμετωπίζουν γυναίκες και κορίτσια. Στη διαδικτυακή βία εντάσσονται επίσης η διαδικτυακή παρενόχληση και παρακολούθηση.

Η μη συναινετική πορνογραφία (η πιο συνηθισμένη μορφή της οποίας είναι η ονομαζόμενη ως «revenge porn») περιλαμβάνει τη διαδικτυακή προβολή σεξουαλικών φωτογραφιών ή βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου που απεικονίζεται. Συνήθως οι εικόνες αυτές αποκτώνται είτε απευθείας από το θύμα που τις παρέχει προς σύντροφό του χωρίς το σκοπό φυσικά της διάθεσης αυτών, ή από το σύντροφό του εν αγνοία του, είτε με ψηφιακή υποκλοπή ή παρέμβαση στο κινητό τηλέφωνο ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και προκαλούν τεράστια ηθική ζημία στα θύματα αυτών των πράξεων.

Η κακοποίηση μέσω εικόνας, δυστυχώς δεν αποτυπώνεται στον ποινικό κώδικα ως μορφή έμφυλης βίας και επομένως δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Δεν προβλέπεται δε κάποια διαδικασία προστατευτική για τα θύματα ή κάποιο πλέγμα διατάξεων στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να εξελίσσεται η ποινική διαδικασία πιο γρήγορα. Αναγκαστικά το θύμα περιμένει μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως χρόνια, ώστε να υπάρξει μία ποινική καταδίκη του δράστη, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει ωστόσο την εξαφάνιση του αντίστοιχου υλικού από το διαδίκτυο. Μπορούν να ζητήσουν από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες να αφαιρέσουν το σχετικό υλικό, ωστόσο πολλές δεν ανταποκρίνονται άμεσα, ή και καθόλου, ενώ δεν υπάρχει εξασφάλιση ότι το υλικό αυτό δε θα βρεθεί ξανά σε άλλες ιστοσελίδες, ή στις ίδιες, ανεβασμένες από άλλους χρήστες που στο ενδιάμεσο το είχαν αποθηκεύσει. Ταυτόχρονα, οι αποζημιώσεις που ορίζονται από τα πολιτικά δικαστήρια για τα θύματα αυτών των πράξεων, είναι σχετικά χαμηλές (κατά μέσο όρο περίπου 8.000-10.000 ευρώ), αν αναλογιστούμε την τεράστια ηθική βλάβη τους, το συναισθηματικό πόνο και την κοινωνική πίεση που δέχονται, όταν υφίστανται μία τέτοια πράξη.

Συγκεκριμένα, το θύμα – το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις προβαίνει μόνο του και στην αντίστοιχη έρευνα για να αποδείξει σε πόσα και ποια site έχει κυκλοφορήσει το υλικό που το αφορά – θα υποβάλει μήνυση για αθέμιτη αποτύπωση μη δημόσιας πράξης του σε υλικό φορέα, αθέμιτη χρήση της πληροφορίας, αλλά και συλλογή, αποθήκευση, χρήση, διάδοση προσωπικών δεδομένων ευαίσθητου χαρακτήρα, με τρόπο που αυτά κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Η χρήση του βίντεο γίνεται συνήθως με τη μεταφόρτωση, δημοσίευση και κοινοποίησή του σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, είτε από σύντροφο/ πρώην σύντροφο, είτε από τρίτους στους οποίους ο ίδιος το διέερρευσε. Αυτή η διάχυση της πληροφορίας καθιστά τέτοια βίντεο διαθέσιμα και προσιτά σε ιδιαίτερα μεγάλο και άγνωστο αριθμό προσώπων, συχνά δεκάδων χιλιάδων, ενώ ακόμα και να τα αφαιρέσουν οι αντίστοιχες ιστοσελίδες, είναι πιθανόν να τα έχει το οποιοδήποτε άτομο αποθηκεύσει στον υπολογιστή του και μπορεί να τα επαναχρησιμοποιήσει ανά πάσα στιγμή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα. Το θύμα βρίσκεται λοιπόν σε μία εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, συλλογής των στοιχείων, υποβολής της μήνυσης, υπόδειξης του πιθανού δράστη, όταν αυτό είναι δυνατόν, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να είναι προσεκτικό για να μην κατηγορηθεί για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση. Σε όλη αυτή τη διαδικασία φυσικά δεν έχει ψυχολογική υποστήριξη, ενώ συχνά αμφισβητείται ο δράστης και το κίνητρό του – όπως σε όλα τα έμφυλα εγκλήματα.

Η ποινική διάταξη λοιπόν που χρησιμοποιείται για την τιμώρηση τέτοιων εγκλημάτων, είναι του άρθρου 370 Α ΠΚ, όπου γίνεται αναφορά στην αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιων πράξεων, χωρίς  σαφή αναφορά και οριοθέτηση των εννοιών που αφορούν την έμφυλη διάσταση ή τη χρήση ειδικότερα φωτογραφιών και βίντεο σεξουαλικού χαρακτήρα. Επιπλέον, το σχετικό κεφάλαιο του ποινικού κώδικα όπου εντάσσεται το άρθρο 370Α (παράβαση του απορρήτου), απαλύνει την ιδιαίτερη ηθική απαξία της κακοποίησης με έμφυλο πρόσημο και της προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας.  Το έννομο αγαθό του θύματος που θίγεται, ωστόσο, είναι η γενετήσια αξιοπρέπεια και αυτοδιάθεση και όχι – τουλάχιστον όχι κυρίαρχα – το απόρρητο των επικοινωνιών ή γενικά η προστασία της ιδιωτικής ζωής. Η μη τυποποίηση του αδικήματος ως τέτοιο, στο κεφάλαιο της γενετήσιας ελευθερίας, παρά μάλιστα την τρομακτική αύξηση του φαινομένου, συνεπάγεται τη μη αναγνώριση από το νομοθέτη της σημασίας της ποινικοποίησης της χρήσης βίντεο που αποτυπώνουν σεξουαλικές πράξεις και λόγω ακριβώς του χαρακτήρα τους βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτοδιάθεσης και σεβασμού – και μάλιστα ως μέσο απειλής, εκβίασης, εκδίκησης, τιμώρησης, από σύντροφο/ πρώην σύντροφο/ σύζυγο, ή απλά για λόγους απαξίωσης του γυναικείου φύλου. Το ίδιο ζήτημα υπάρχει και με τις ποινικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, που επίσης μπορούν να εφαρμοστούν σε τέτοιες περιπτώσεις – αυτές οι διατάξεις ‘αφαιρούν’από το αδίκημα αυτό τον πραγματικό του χαρακτήρα ως μορφή έμφυλης βίας. Περαιτέρω, η παράγραφος 3 του άρθρου 370 Α, αναφέρει ότι όποιος αθέμιτα κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη, ενώ τιμωρείται βαρύτερα – με φυλάκιση τουλάχιστον 3 έτη – αν ενεργεί ιδιωτικές έρευνες, αν απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής ή αν τελεί την πράξη αυτή κατ’ επάγγελμα. Επομένως η χρήση των βίντεο (η δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο ή σε άλλα μέσα ενημέρωσης, ή και η αποστολή του σε συγκεκριμένα πρόσωπα) συνιστά αυτοτελές έγκλημα, ωστόσο η επιβαρυντική περίσταση δεν περιλαμβάνει τους συντρόφους/ πρώην συντρόφους αλλά τον προσπορισμό οικονομικού οφέλους. Ακόμα και η σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο (Σύμβαση της Βουδαπέστης, η οποία κυρώθηκε το 2016), δεν προβλέπει τις περιπτώσεις της εκδικητικής πορνογραφίας, με την εξαίρεση της παιδικής πορνογραφίας.

Τέτοιου τύπου δημοσιοποιήσεις προσωπικού  υλικού συνιστούν ταυτόχρονα προσβολή προσωπικότητας – ενώ η προστασία των προσωπικών δεδομένων από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, προβλέπεται και από το Σύνταγμα – για την οποία οφείλεται αποζημίωση, ωστόσο όπως αναφέρθηκε, αυτή νομολογιακά έχει διαμορφωθεί σε χαμηλά επίπεδα και δεν καλύπτει το σύνολο των ηθικής και συναισθηματικής ζημίας των θυμάτων. Τέλος, βάσει του ν. 1178/1981 για την αστική ευθύνη του τύπου, ο ιδιοκτήτης του εντύπου/εκπομπής ραδιοφωνικής/τηλεοπτικής που προξένησε την ηθική βλάβη στο θύμα με τη δημοσίευση φωτογραφιών, βίντεο κλπ, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση – ωστόσο στις σύγχρονες μορφές τέλεσης αυτό δεν είναι αρκετό. Οφείλει η Πολιτεία να προβλέψει ρητά ώστε οι ιστοσελίδες που προβάλλουν τέτοιο υλικό, να έχουν αντίστοιχα, τουλάχιστον αστική ευθύνη αποζημίωσης των θυμάτων και να μη μετακυλίεται η ευθύνη αποκλειστικά στο χρήστη.  Ορθότερο θα ήταν επίσης, στον Ποινικό Κώδικα να εισαχθεί κεφάλαιο που θα αφορά ξεχωριστά το έμφυλο έγκλημα και να προστεθεί εκεί ειδική διάταξη για την κακοποίηση μέσω εικόνας. Μία απλή χειρονομία γενετήσιου χαρακτήρα (ορθώς) αναφέρεται συγκεκριμένα και τιμωρείται, ενώ μία τέτοια σοβαρότατη παραβίαση δεν αναφέρεται σε κάποιο άρθρο του Ποινικού Κώδικα. Αν δεν προβλεφθεί με αυτή τη μορφή, μπορεί να μπει ως ξεχωριστή παράγραφος στο άρθρο 370Α, ώστε να προβλέπεται ότι η αποτύπωση σεξουαλικών πράξεων συνιστά μία επιβαρυντική περίσταση.

Σχετικές παρεμβάσεις για το θέμα:

https://provocateur.gr/prisma/19076/h-ekdikhtikh-pornografia-einai-seksoyalikh-kakopoihsh

https://thepressproject.gr/poinikos-skotadismos-sto-adikima-kakopoiisis-meso-eikonas-sto-kadro-na-bei-o-thytis-ki-ochi-to-thyma/?fbclid=IwAR2AY0VDBX7jx2wQCTFA9eFnnQNBSZ8FP7wO1LyIQYmCghitFujlgfgnvO4

Πλήρωση ασφαλιστικού κινδύνου και πλαγιαστική αγωγή

Σε όλως πρόφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπου ο εκκαλών αιτούνταν την αναγνώριση της υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει το  υπόλοιπο της δανειακής του σύμβασης στην τράπεζα, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (μόνιμη ολική ανικανότητα εργασίας), κρίθηκαν τα εξής. Καταρχάς ότι, η ασφάλιση ξένου συμφέροντος, είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, όπου ο αντισυμβληθείς δικαιούται απλώς να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον τρίτο – ασφαλισμένο. Περαιτέρω, ότι το άρθρο 72 ΚΠολΔ ρυθμίζει αυτοτελώς την πλαγιαστική αγωγή, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι δι’ αυτής διασφαλίζεται εμμέσως η απαίτηση του ασκούντος αυτήν δανειστή, δια της προασπίσεως της περιουσίας του οφειλέτη.  Τέλος, ότι η πλαγιαστική αγωγή προυποθέτει ο αδρανών να είναι οφειλέτης του ασκούντος αυτήν, ωστόσο κατά τη νομολογία είναι δυνατή η άσκησή της και όταν ο αδρανών είναι δανειστής του ενάγοντος και υπάρχει έννομο συμφέρον του τελευταίου (οιονεί πλαγιαστική αγωγή). Βάσει αυτών, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όφειλε να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το ασφάλισμα, καμία δε σημασία δεν είχε, η μονιμότητα της αναπηρίας του ενάγοντος, εφόσον αυτή βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αρκούσε να έχει διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών – που αποδείχθηκε ότι είχε.  Άλλωστε η αναγνώριση του ποσοστού αναπηρίας 67% συνιστά απόδειξη ανικανότητας για εργασία, για το λόγο αυτό η πολιτεία χορηγεί σύνταξη σε όσους έχουν το σχετικό ποσοστά αναπηρίας, εφόσον αυτοί αδυνατούν να εργαστούν. Κάνοντας δεκτή την έφεση, αναγνωρίζει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το επίδικο ποσό του ασφαλίσματος και την καταδικάζει στη δικαστική δαπάνη.

Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης

Με πρόσφατη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος, ότι μεσολάβησε η σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης, η οποία συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης συζυγικής πίστης. Επιπλέον ότι η περιφρονητική, υποτιμητική και εν γένει προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά του εναντίον της ενάγουσας, η οποία ευλόγως προκάλεσε εντάσεις στις σχέσεις τους, ήταν αφενός αντίθετη από την απορρέουσα από τον ιερό θεσμό του γάμου και αφετέρου κλόνισε τις μεταξύ τους σχέσεις από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του. Απαγγέλει εν τέλει τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, συμψηφίζοντας δικαστικά έξοδα λόγω της ιδιότητάς τους.

Η νομοθετική αλλαγή του άρθρου 336 ΠΚ για τον ορισμό του βιασμού

Η πρόταση τον Ιούλιο του 2019 περί νομοθετικής αλλαγής του άρθρου 336 ΠΚ, από έναν ορισμό που περιλάμβανε την άσκηση σωματικής βίας ή την απειλή σπουδαίου και άμεσου κίνδυνου, σε έναν ορισμό με τον οποίο θα περιοριζόταν σοβαρά η έννοια της απειλής, καθώς απειλή πλέον θα θεωρείτο μόνο ο σπουδαίος και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, εξαιρούσε περιπτώσεις απειλής, πολλές εκ των οποίων αντιστοιχούν σε σύγχρονες μορφές τέλεσης του αδικήματος, όπως η απειλή δημοσιοποίησης ερωτικών ή άλλου είδους βίντεο στο διαδίκτυο, οι οποίες ήδη σπανιότατα γίνονταν δεκτές από τα δικαστήρια, ή η απειλή απόλυσης από τον εργοδότη ή οικονομικού αποκλεισμού από το σύζυγο (να σημειωθεί ότι ο βιασμός εντός γάμου τιμωρείται από το 2006), καθώς και περιπτώσεις όπου το θύμα απλά πάγωσε – περιπτώσεις που βάσει ερευνών αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Ο τρόπος που ο θύτης μπορεί να επιβληθεί πάνω στο θύμα, μπορεί να περιλαμβάνει ένα σύνολο πιέσεων και απειλών, πέραν της σωματικής βίας, που είναι αδύνατο να καταγραφούν περιπτωσιολογικά και δε θα ήταν και ορθό από πλευράς ποινικού δικαίου. Η ορθή απάντηση μπορεί να είναι μόνο ο ορισμός του βιασμού με βάση την ύπαρξη ή μη συναίνεσης, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιθανές συμπεριφορικές αντιδράσεις στη σεξουαλική βία, ιδίως το πάγωμα του θύματος – αντίδραση της ακινησίας που έχει αναπτυχθεί κυρίως ως έσχατη στρατηγική επιβίωσης και είναι συνηθέστερη από την αντίσταση ή τη φυγή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογήσει άλλωστε ότι εντάσσεται στις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών η ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης όπου υπάρχει απουσία σωματικής αντίστασης από το θύμα.

Η ανυπαρξία ενός τέτοιου ορισμού καθιστούσε ακόμα πιο δύσκολη τη θέση των θυμάτων, τα οποία, παρά την ενσωμάτωση της Οδηγίας για τα θύματα ήδη από το 2017, ήδη από την προδικασία δεν έχουν καμία συνδρομή – καταθέτουν χωρίς νομική βοήθεια, χωρίς ψυχολογική υποστήριξη, χωρίς ύπαρξη διερμηνείας, χωρίς επαρκείς ιατροδικαστικές υπηρεσίες. Στη συνέχεια καταθέτουν ενώπιον του δράστη – ενώ υπάρχει σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ για κατάθεση σε σεξουαλικά αδικήματα χωρίς την παρουσία του κατηγορούμενου, όπως η χρήση οπτικοακουστικών μέσων και/ ή παρουσία του συνηγόρου του – με προφανή συναισθηματική δυσκολία και δευτερογενώς θυματοποιούμενα. Ήταν αναγκαία επομένως και τροποποίηση του άρθρου 226Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να υπάρχει αυτή η δυνατότητα ανεξάρτητα από την ηλικία των θυμάτων, έχοντας εξασφαλίσει με τα κατάλληλα μέσα και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου.

Ως απόρροια της έλλειψης ενός ορισμού επί τη βάση της συναίνεσης αλλά και της παραβίασης των δικαιωμάτων των θυμάτων ήδη από την προδικασία, οι αθωωτικές αποφάσεις – συχνά υποστηριζόμενες και από τμήματα της ποινικής θεωρίας – βασίζονταν στην έλλειψη αντίστασης, στο ανέφικτο ή μη αυτής, στη σοβαρότητα της απειλής, ενώ ακόμα και η ακινησία του θύματος σε συνάρτηση με το απλανές βλέμμα του, έχει κριθεί ως συναίνεση. Η ενσωμάτωση της έννοιας της συναίνεσης υπήρξε πολύ σοβαρό βήμα, ωστόσο χρειάζεται η σφυρηλάτηση της έννοιας από τα δικαστήρια και η διαμόρφωσή της νομολογιακά, ενώ θα  έπρεπε να ενσωματωθούν οι σχετικοί ορισμοί της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και το Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Παρεμβάσεις στα εξής links: efsyn.gr

https://www.news247.gr/koinonia/yvris-gia-ta-thymata-viasmoy-protasi-gia-apaleipsi-toy-oroy-choris-synainesi-ston-neo-poiniko-kodika.9258198.html

eleftherostypos.gr

newpost.gr

avgi.gr 

liberal.gr

left.gr