Έμφυλη κακοποίηση μέσω εικόνας – εκδικητική πορνογραφία (‘revenge porn’)

Όταν αναφερόμαστε στην έμφυλη κακοποίηση μέσω εικόνας – τη μορφή κακοποίησης που έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως εκδικητική πορνογραφία – αναφερόμαστε σε μορφή βίας που βασίζεται στο φύλο και τελείται συνήθως μέσω του διαδικτύου. Είναι από τις πιο διαδεδομένες μορφές διαδικτυακής βίας που αντιμετωπίζουν γυναίκες και κορίτσια. Στη διαδικτυακή βία εντάσσονται επίσης η διαδικτυακή παρενόχληση και παρακολούθηση.

Η μη συναινετική πορνογραφία (η πιο συνηθισμένη μορφή της οποίας είναι η ονομαζόμενη ως «revenge porn») περιλαμβάνει τη διαδικτυακή προβολή σεξουαλικών φωτογραφιών ή βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου που απεικονίζεται. Συνήθως οι εικόνες αυτές αποκτώνται είτε απευθείας από το θύμα που τις παρέχει προς σύντροφό του χωρίς το σκοπό φυσικά της διάθεσης αυτών, ή από το σύντροφό του εν αγνοία του, είτε με ψηφιακή υποκλοπή ή παρέμβαση στο κινητό τηλέφωνο ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και προκαλούν τεράστια ηθική ζημία στα θύματα αυτών των πράξεων.

Η κακοποίηση μέσω εικόνας, δυστυχώς δεν αποτυπώνεται στον ποινικό κώδικα ως μορφή έμφυλης βίας και επομένως δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Δεν προβλέπεται δε κάποια διαδικασία προστατευτική για τα θύματα ή κάποιο πλέγμα διατάξεων στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να εξελίσσεται η ποινική διαδικασία πιο γρήγορα. Αναγκαστικά το θύμα περιμένει μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως χρόνια, ώστε να υπάρξει μία ποινική καταδίκη του δράστη, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει ωστόσο την εξαφάνιση του αντίστοιχου υλικού από το διαδίκτυο. Μπορούν να ζητήσουν από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες να αφαιρέσουν το σχετικό υλικό, ωστόσο πολλές δεν ανταποκρίνονται άμεσα, ή και καθόλου, ενώ δεν υπάρχει εξασφάλιση ότι το υλικό αυτό δε θα βρεθεί ξανά σε άλλες ιστοσελίδες, ή στις ίδιες, ανεβασμένες από άλλους χρήστες που στο ενδιάμεσο το είχαν αποθηκεύσει. Ταυτόχρονα, οι αποζημιώσεις που ορίζονται από τα πολιτικά δικαστήρια για τα θύματα αυτών των πράξεων, είναι σχετικά χαμηλές (κατά μέσο όρο περίπου 8.000-10.000 ευρώ), αν αναλογιστούμε την τεράστια ηθική βλάβη τους, το συναισθηματικό πόνο και την κοινωνική πίεση που δέχονται, όταν υφίστανται μία τέτοια πράξη.

Συγκεκριμένα, το θύμα – το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις προβαίνει μόνο του και στην αντίστοιχη έρευνα για να αποδείξει σε πόσα και ποια site έχει κυκλοφορήσει το υλικό που το αφορά – θα υποβάλει μήνυση για αθέμιτη αποτύπωση μη δημόσιας πράξης του σε υλικό φορέα, αθέμιτη χρήση της πληροφορίας, αλλά και συλλογή, αποθήκευση, χρήση, διάδοση προσωπικών δεδομένων ευαίσθητου χαρακτήρα, με τρόπο που αυτά κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Η χρήση του βίντεο γίνεται συνήθως με τη μεταφόρτωση, δημοσίευση και κοινοποίησή του σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, είτε από σύντροφο/ πρώην σύντροφο, είτε από τρίτους στους οποίους ο ίδιος το διέερρευσε. Αυτή η διάχυση της πληροφορίας καθιστά τέτοια βίντεο διαθέσιμα και προσιτά σε ιδιαίτερα μεγάλο και άγνωστο αριθμό προσώπων, συχνά δεκάδων χιλιάδων, ενώ ακόμα και να τα αφαιρέσουν οι αντίστοιχες ιστοσελίδες, είναι πιθανόν να τα έχει το οποιοδήποτε άτομο αποθηκεύσει στον υπολογιστή του και μπορεί να τα επαναχρησιμοποιήσει ανά πάσα στιγμή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα. Το θύμα βρίσκεται λοιπόν σε μία εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, συλλογής των στοιχείων, υποβολής της μήνυσης, υπόδειξης του πιθανού δράστη, όταν αυτό είναι δυνατόν, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να είναι προσεκτικό για να μην κατηγορηθεί για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση. Σε όλη αυτή τη διαδικασία φυσικά δεν έχει ψυχολογική υποστήριξη, ενώ συχνά αμφισβητείται ο δράστης και το κίνητρό του – όπως σε όλα τα έμφυλα εγκλήματα.

Η ποινική διάταξη λοιπόν που χρησιμοποιείται για την τιμώρηση τέτοιων εγκλημάτων, είναι του άρθρου 370 Α ΠΚ, όπου γίνεται αναφορά στην αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιων πράξεων, χωρίς  σαφή αναφορά και οριοθέτηση των εννοιών που αφορούν την έμφυλη διάσταση ή τη χρήση ειδικότερα φωτογραφιών και βίντεο σεξουαλικού χαρακτήρα. Επιπλέον, το σχετικό κεφάλαιο του ποινικού κώδικα όπου εντάσσεται το άρθρο 370Α (παράβαση του απορρήτου), απαλύνει την ιδιαίτερη ηθική απαξία της κακοποίησης με έμφυλο πρόσημο και της προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας.  Το έννομο αγαθό του θύματος που θίγεται, ωστόσο, είναι η γενετήσια αξιοπρέπεια και αυτοδιάθεση και όχι – τουλάχιστον όχι κυρίαρχα – το απόρρητο των επικοινωνιών ή γενικά η προστασία της ιδιωτικής ζωής. Η μη τυποποίηση του αδικήματος ως τέτοιο, στο κεφάλαιο της γενετήσιας ελευθερίας, παρά μάλιστα την τρομακτική αύξηση του φαινομένου, συνεπάγεται τη μη αναγνώριση από το νομοθέτη της σημασίας της ποινικοποίησης της χρήσης βίντεο που αποτυπώνουν σεξουαλικές πράξεις και λόγω ακριβώς του χαρακτήρα τους βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτοδιάθεσης και σεβασμού – και μάλιστα ως μέσο απειλής, εκβίασης, εκδίκησης, τιμώρησης, από σύντροφο/ πρώην σύντροφο/ σύζυγο, ή απλά για λόγους απαξίωσης του γυναικείου φύλου. Το ίδιο ζήτημα υπάρχει και με τις ποινικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, που επίσης μπορούν να εφαρμοστούν σε τέτοιες περιπτώσεις – αυτές οι διατάξεις ‘αφαιρούν’από το αδίκημα αυτό τον πραγματικό του χαρακτήρα ως μορφή έμφυλης βίας. Περαιτέρω, η παράγραφος 3 του άρθρου 370 Α, αναφέρει ότι όποιος αθέμιτα κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη, ενώ τιμωρείται βαρύτερα – με φυλάκιση τουλάχιστον 3 έτη – αν ενεργεί ιδιωτικές έρευνες, αν απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής ή αν τελεί την πράξη αυτή κατ’ επάγγελμα. Επομένως η χρήση των βίντεο (η δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο ή σε άλλα μέσα ενημέρωσης, ή και η αποστολή του σε συγκεκριμένα πρόσωπα) συνιστά αυτοτελές έγκλημα, ωστόσο η επιβαρυντική περίσταση δεν περιλαμβάνει τους συντρόφους/ πρώην συντρόφους αλλά τον προσπορισμό οικονομικού οφέλους. Ακόμα και η σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο (Σύμβαση της Βουδαπέστης, η οποία κυρώθηκε το 2016), δεν προβλέπει τις περιπτώσεις της εκδικητικής πορνογραφίας, με την εξαίρεση της παιδικής πορνογραφίας.

Τέτοιου τύπου δημοσιοποιήσεις προσωπικού  υλικού συνιστούν ταυτόχρονα προσβολή προσωπικότητας – ενώ η προστασία των προσωπικών δεδομένων από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, προβλέπεται και από το Σύνταγμα – για την οποία οφείλεται αποζημίωση, ωστόσο όπως αναφέρθηκε, αυτή νομολογιακά έχει διαμορφωθεί σε χαμηλά επίπεδα και δεν καλύπτει το σύνολο των ηθικής και συναισθηματικής ζημίας των θυμάτων. Τέλος, βάσει του ν. 1178/1981 για την αστική ευθύνη του τύπου, ο ιδιοκτήτης του εντύπου/εκπομπής ραδιοφωνικής/τηλεοπτικής που προξένησε την ηθική βλάβη στο θύμα με τη δημοσίευση φωτογραφιών, βίντεο κλπ, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση – ωστόσο στις σύγχρονες μορφές τέλεσης αυτό δεν είναι αρκετό. Οφείλει η Πολιτεία να προβλέψει ρητά ώστε οι ιστοσελίδες που προβάλλουν τέτοιο υλικό, να έχουν αντίστοιχα, τουλάχιστον αστική ευθύνη αποζημίωσης των θυμάτων και να μη μετακυλίεται η ευθύνη αποκλειστικά στο χρήστη.  Ορθότερο θα ήταν επίσης, στον Ποινικό Κώδικα να εισαχθεί κεφάλαιο που θα αφορά ξεχωριστά το έμφυλο έγκλημα και να προστεθεί εκεί ειδική διάταξη για την κακοποίηση μέσω εικόνας. Μία απλή χειρονομία γενετήσιου χαρακτήρα (ορθώς) αναφέρεται συγκεκριμένα και τιμωρείται, ενώ μία τέτοια σοβαρότατη παραβίαση δεν αναφέρεται σε κάποιο άρθρο του Ποινικού Κώδικα. Αν δεν προβλεφθεί με αυτή τη μορφή, μπορεί να μπει ως ξεχωριστή παράγραφος στο άρθρο 370Α, ώστε να προβλέπεται ότι η αποτύπωση σεξουαλικών πράξεων συνιστά μία επιβαρυντική περίσταση.

Σχετικές παρεμβάσεις για το θέμα:

https://provocateur.gr/prisma/19076/h-ekdikhtikh-pornografia-einai-seksoyalikh-kakopoihsh

https://thepressproject.gr/poinikos-skotadismos-sto-adikima-kakopoiisis-meso-eikonas-sto-kadro-na-bei-o-thytis-ki-ochi-to-thyma/?fbclid=IwAR2AY0VDBX7jx2wQCTFA9eFnnQNBSZ8FP7wO1LyIQYmCghitFujlgfgnvO4

προσβολή προσωπικότητας μέσω λήψης φωτογραφίας και ανάρτησης στο διαδίκτυο

Με την υπ’ αριθμόν 1024/2015 απόφασή του, το ΜπρΘεσ, κρίνοντας ότι στα προσωπικά δεδομένα εντάσσονται και φωτογραφίες ενός προσώπου, η δημοσίευση των οποίων στο διαδίκτυο, μέσω ανάρτησης σε διαδικτυακούς τόπους όπως το Facebook, συνιστά ιδιαίτερη και διακριτή μορφή επεξεργασίας (ήτοι, καταχώριση και διάδοση προσωπικών δεδομένων), απαγόρευσε την ανάρτηση σε προσωπική σελίδα (προφίλ) της καθής, ή των αιτούντων, στο facebook ή αλλού, φωτογραφιών, σχολίων, άμεσης ή ακόμη και έμμεσης αναφοράς στο πρόσωπό τους για οποιοδήποτε θέμα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η εικόνα του προσώπου, άλλως το δικαίωμα επί της ιδίας εικόνας, προστατεύεται απόλυτα, όντας έκφανση της προσωπικότητας. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι ‘Το άτομο εμφανίζεται δημόσια μόνο όταν και όπου θέλει, επομένως η εικόνα του δεν ανήκει στο κοινό αλλά μόνο στο πρόσωπο το οποίο την παριστάνει’. Επομένως, μόνη η παρουσίαση της φωτογραφίας σε τρίτους, η αναπαραγωγή ή διάθεσή της στο κοινό, δεν επιτρέπεται.