Γυναικοκτονία ως ακραία μορφή έμφυλης βίας

Όλες οι ανθρωποκτονίες γυναικών λόγω του φύλου τους και του κοινωνικού ρόλου που αποδίδεται σε αυτό, επί δεκαετίες παρουσιάστηκαν λανθασμένα ως εγκλήματα πάθους, υπερβολικής αγάπης, οικογενειακά δράματα, προσωρινής τύφλωσης και ζήλιας προς ένα θύμα υπήρξε προκλητικό, αποτέλεσμα  ψυχοπαθολογίας του δράστη.

Οι δολοφονίες αυτές,  όπως και τόσες δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας, με κίνητρο την άσκηση ελέγχου στα σώματα και τις επιλογές των θυμάτων. Επιλογές που επειδή δε γίνονται αρεστές, τιμωρούνται ακόμα και με την απώλεια της ζωής των γυναικών, όταν οι υπόλοιπες μορφές βίας προς ‘σωφρονισμό’ δε θεωρούνται αρκετές! Πρόκειται για μια βία που στηρίζεται στις βαθιά εμπεδωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και έμφυλα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες υποκεινται στην ανδρική εξουσία, και δυνητικά μπορούν να «τιμωρηθούν», «ελεγχθούν» και «σωφρονιστούν» μέσω της έμφυλης βίας,  ώστε να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Στην εμφυλη βία δεν υπάρχει όριο, προϋπόθεση, περιορισμός ανάλογα το κοινωνικό στρώμα, την οικονομική δυνατότητα, το μορφωτικό επίπεδο. Ο μύθος ότι τόσο η κακοποιημένη γυναίκα όσο και ο δράστης είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου καταρρίπτεται, καθώς το 30% των γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας είναι απόφοιτοι τεχνολογικών ή πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και το 40% είναι απόφοιτοι λυκείου. Ταυτόχρονα, το 60% των δραστών είναι απόφοιτοι τουλάχιστον Λυκείου, ενώ μόλις ένας στους δέκα είναι άνεργος.

Καμία μορφή βίας κατα των γυναικών δεν ειναι καινούρια. Ο ίδιος ο όρος της γυναικοκτονίας (femicide) δεν είναι καινούριος. Ήδη αναφέρεται σε λεξικό νομικών όρων από το 1801, ενώ στη σύγχρονη επιστήμη ήταν το 1976, όταν η εγκληματολόγος Νταϊάνα Ράσελ εισήγαγε την έννοια, ορίζοντας έτσι το εγκληματολογικό αυτό φαινόμενο. Ως έννοια, υπάρχουν αρκετές έννομες τάξεις που την έχουν ήδη ενσωματώσει, ενώ αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Ευρωπαικό Ινστιτούτο Ισότητας, τη EUROSTAT και το Γραφείο για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα των Ηνωμένων Εθνών. Η EUROSTAT συγκεριμένα αναφέρεται στην αναγκαιότητα στατιστικής καταγραφής της γυναικοκτονίας ως τέτοια, καθώς έχουμε νομική υποχρέωση να παρέχουμε στατιστικά στοιχεία για τις γυναικοκτονίες.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών και κοριτσιών επειδή είναι γυναίκες, δηλαδή λόγω του φύλου τους. Η γυναικοκτονία συνήθως διαπράττεται από άντρες αλλά κάποιες φορές συνεργούν και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικοκτονία διαπράττει σύντροφος ή πρώην σύντροφος που συνήθως είχε και μακρόχρονη κακοποιητική συμπεριφορά, απειλούσε, κακοποιούσε ή/και εκφόβιζε τη γυναίκα, η οποία πολύ συχνά βρίσκεται σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με αυτόν». Ο ΠΟΥ επίσης αναφέρει ότι η κύρια αιτία θανάτου των γυναικών ηλικίας από 16 έως 44 ετών είναι η δολοφονία από κάποιο οικείο πρόσωπο. Υπολογίζεται ότι καθημερινά δολοφονούνται παγκοσμίως 137 γυναίκες. Από τις 87.000 δολοφονίες γυναικών το 2017, το 58% διαπράχθηκε από (πρώην ή νυν) συζύγους ή συντρόφους ή μέλη της οικογένειας τους.

Σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), μπορεί να λάβει τη μορφή, μεταξύ άλλων 1) της δολοφονίας των γυναικών ως αποτέλεσμα συντροφικής βίας 2) βασανιστηρίων 3) εγκλημάτων “τιμής” 5) στοχοθετημένη δολοφονία στο πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων 5) δολοφονίες που σχετίζονται με προίκα, 6) λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού 7) δολοφονία γηγενών γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους 8) παιδοκτονία και εκτρώσεις με βάση το φύλο 9) θάνατοι που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων 10) κατηγορίες μαγείας και 11) άλλες δολοφονίες βασισμένες στο φύλο που συνδέονται με οργανωμένο έγκλημα και εμπορία ανθρώπων. 

Τον Οκτώβριο του 2007, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμά του για τη γυναικοκτονία στο Μεξικό και την Κεντρική Αμερική, τονίζει ότι οι γυναικοκτονίες δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μεμονωμένα περιστατικά, καθώς η γυναικοκτονία δεν προκύπτει ξαφνικά και απροσδόκητα, αλλά αποτελεί μάλλον την τελική πράξη σε μια συνεχή βία.

Ο όρος γυναικοκτονία δεν αναιρεί, ούτε αντιτίθεται στον όρο ανθρωποκτονία. Προκύπτει στο σήμερα ως επιτακτική ανάγκη, σχηματοποιεί και ονοματίζει κάτι που πλέον θα αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, από την αστυνομία, τις δικαστικές αρχές, τους ενόρκους, το κοινωνικό σύνολο. Η σωστή αποτύπωση και ο σαφής χαρακτηρισμός του βοηθάει να γίνει “ορατό” το πρόβλημα, να βρεθούν οι αιτίες που το γεννούν και η ιδιαιτερότητά του, ώστε να πάρουμε και τα σωστά μέτρα αντιμετώπισης και εξάλειψής του. Φυσικά ο όρος δεν περιγράφει μόνο τις περιπτώσεις δολοφονίας της συζύγου από το σύζυγο, σύντροφο κλπ, αλλά και τη δολοφονία κάθε γυναίκας η οποία, στο πλαίσιο μιας διαπροσωπικής σχέσης, ή και οχι, «αθέτησε» τον ρόλο της ως γυναίκας. Εκτός λοιπόν από τη σύζυγο, η πράξη της γυναικοκτονίας μπορεί κάλλιστα να αφορά κάθε γυναίκα, την ερωτική σύντροφο, μια συγκυριακή σχέση, την κόρη ή, σπανιότερα, τη μητέρα. Στα μάτια του θύτη, η γυναικα είχε έναν ρόλο που δεν εκπλήρωσε ως όφειλε.

Συνήθως ακολουθούνται κάποια στάδια που οδηγούν σε βίαια εγκλήματα εις βάρος των γυναικών. Πρόκειται για έναν κύκλο λεκτικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας που στις πιο ακραίες περιπτώσεις οδηγεί στη γυναικοκτονία. Δυστυχώς διαπιστώνεται μία αυξητική τάση της έμφυλης βίας – αύξηση των σεξουαλικών επιθέσεων, των γυναικοκτονιών, της καθημερινής απαξίωσης των γυναικών, της συντροφικής βίας, της κακοποίησης μέσω εικόνας.

Για το λόγο αυτό ειναι κρίσιμη η υιοθέτηση του όρου “femicide” από τα διεθνή και εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης γιατί θα επέτρεπε να αναδειχθεί το φαινόμενο, διαφοροποιώντας την έννοια από άλλες μορφές ανθρωποκτονίας, όπως συμβαίνει ήδη στη Χιλή και την Αργεντινή, όπου βάσει εμπειρογνωμόνων, αυτή η αλλαγή νομοθεσίας έχει ηδη μειώσει τον αριθμό των γυναικοκτονιών, τουλαχιστον όσον αφορά τη Χιλή. Μια τέτοια επιλογή υποδηλώνει την αναγνώριση του φαινομένου και αποκτά και συμβολικό χαρακτήρα. Άλλωστε δε συνιστά ένα “νέο” αδίκημα. Πρόκειται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση το οποίο θα πρέπει να τιμωρείται βαρύτερα, όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι τελείται λόγω του γεγονότος ότι το θύμα είναι γυναίκα. 

Οφείλουμε επομένως να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων, την εκπαίδευση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και τη δημιουργία σταθερών δομών με το κατάλληλο εργασιακό δυναμικό. Η υποχρέωση αυτή προστασίας απορρέει και ως νομική υποχρέωση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. H αναγνώριση της γυναικοκτονίας είναι άμεση αναγκαιότητα, με ταυτόχρονη αλλαγή στον ποινικό κώδικα, ώστε να ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση, ως έγκλημα μίσους στο οποίο αποκλείεται ρητά ο βρασμός ψυχικής ορμής. Ταυτόχρονα απαιτείται ξεχωριστό κεφάλαιο για τα έμφυλα εγκλήματα στον ποινικό κώδικα, που θα καταγράφουν όλες τις μορφές τους όπως και την κακοποίηση μέσω εικόνας (γνωστή ως εκδικητική πορνογραφία), η οποία αυτή τη στιγμή δεν αναγνωρίζεται.

Σχετικές παρεμβάσεις και συνεντεύξεις για το θέμα:

real.fm

popaganda.gr

thepresseproject.gr

ΑΘΗΝΑ 9,84

Αυγή

ERT

Epohi.gr