Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πρέβεζας – προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού

Σε πρόσφατη απόφαση του ΜΟΔ Πρέβεζας,  όπου το κατηγορητήριο περιλάμβανε 18 πράξεις προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και απόπειρα βιασμού σε 18 διαφορετικά θύματα, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 5 ετών για την απόπειρα βιασμού και 1 έτους για τις υπόλοιπες πράξεις.

Κατόπιν της πρώτης αναβολής, δηλώθηκε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής, καθώς σημείο έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την πάγια νομολογία αλλά και την ποινική θεωρία, είναι η διερεύνηση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (εξέταση μάρτυρα ή διεξεγωγή κάποιας άλλης απόδειξης εάν δεν υπάρχουν μάρτυρες), επί της ουσίας της κατηγορίας (ΑΠ 953/1975, ΑΠ 133/1956,749/2018 ΑΠ, 1772/2019 ΠΛΗΜΜ ΗΡΑΚΛ). Ετσι κρίθηκε και από το δικάσαν δικαστήριο, που απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμους του κατηγορούμενου, καθώς η αποδεικτική διαδικασία δεν είχε ξεκινήσει.

Επιπλέον επισημάνθηκε η παραβίαση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του νόμου 4478/17 που ενσωμάτωσε την οδηγία για τα θύματα – βάσει της οποίας όφειλαν να έχουν ενημερωθεί για όλα τους τα δικαιώματα, και για τον τρόπο άσκησης πολιτικής αγωγής – καθώς και η σχετική νομολογία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, έχει νομολογηθεί παγίως από το ΕΔΔΑ, ότι το δικάζον δικαστήριο οφείλει να επιβεβαιώσει αν οι εγκαλούσες και βασικές μάρτυρες του κατηγορητηρίου, επιθυμούν να είναι μέρος της ποινικής διαδικασίας και ότι οι αρχές του κράτους οφείλουν να διεξαγάγουν μία εμπεριστατωμένη και πραγματική έρευνα που μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση και στην τιμωρία των υπευθύνων. Στα πλαίσια αυτά, οφείλουν να έχουν λάβει όλα τα εύλογα μέτρα που διαθέτουν για να εξασφαλίσουν την συλλογή των αποδείξεων οι οποίες σχετίζονται με τα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Ακόμη, οι θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών κατά τα Άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι απαιτούν την ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης.

Επιπλέον, απορρίφθηκαν οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί ότι η απόπειρα βιασμού ήταν μια ακόμα προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και όλα τα ελαφρυντικά, και αυτό της μετεφηβικής ηλικίας.

Σημειωτέον ότι ασκήθηκε έφεση από την Εισαγγελία Ιωαννίνων, κατόπιν σχετικού αιτήματος της πολιτικής αγωγής που έγινε δεκτό, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των επιμέρους πράξεων προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας ως κατά συρροή (αληθινή, πραγματική και ομοειδής εν προκειμένω) και όχι κατ’ εξακολούθηση, καθώς αυτές στράφηκαν κατά διαφορετικών θυμάτων – φορέων του θιγόμενου εννόμου αγαθού. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έχει σαφή επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής και επομένως στο Εφετείο μπορεί αυτή να οδηγήσει σε όλως διαφορετικές ποινές.

Νέα Οδηγία ΕΕ για την ποινική διαδικασία

Με τη νέα, υπ’ αριθμόν 2016/343 Οδηγία της ΕΕ, ‘για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας’, σκοπείται, μέσω της θέσπισης ‘κοινών ελάχιστων κανόνων για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων’, η ενίσχυση ‘της εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών’ και ‘η διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις’.

Η εν λόγω οδηγία θα εφαρμόζεται σε φυσικά πρόσωπα, ύποπτα ή κατηγορούμενα σε ποινικές διαδικασίες, από τη στιγμή που αυτά είναι ύποπτα ή κατηγορούνται για τέλεση αξιόποινης πράξης ή εικαζόμενης αξιόποινης πράξης και επομένως, ακόμα και πριν αυτά ενημερωθούν από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους, ότι θεωρούνται ύποπτα ή ότι κατηγορούνται.

Η Οδηγία εστιάζει ιδίως στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορούμενου ή υπόπτου, ως πτυχές του τεκμηρίου αθωότητας. Υπενθυμίζεται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 14 του ΔΣΑΠΔ και στο άρθρο 11 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αναφέρεται επίσης στην έκδοση ερήμην αποφάσεων, ορίζοντας ότι ‘υπό ορισμένες συνθήκες η απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θα πρέπει να μπορεί να εκδοθεί παρά την απουσία του. Αυτό ενδέχεται να ισχύει όταν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης, αλλά εντούτοις δεν εμφανίζεται… ιδιαίτερη προσοχή, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει να αποδίδεται στη δέουσα προσπάθεια που καταβάλλουν οι δημόσιες αρχές για να ενημερώσουν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και στη δέουσα προσπάθεια που καταβάλλει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να λάβει πληροφορίες που απευθύνονται σε αυτό…Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, όταν οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι λαμβάνουν γνώση της απόφασης, ειδικότερα όταν συλλαμβάνονται, θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης γνώση της δυνατότητας να προσβάλουν την απόφαση και του δικαιώματος να ζητήσουν νέα δίκη ή να ασκήσουν άλλο ένδικο μέσο προστασίας’.

Να τονιστεί, ότι τα τελευταία αυτά σημεία, έχουν μεγάλη σημασία για τη χώρα μας και την εγχώρια πρακτική των αρμοδίων αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών, η οποία έχει οδηγήσει επανειλημμένως σε καταδίκες από το ΕΔΔΑ.

Ολόκληρη η Οδηγία στον ακόλουθο σύνδεσμο:

http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32016L0343&from=EL