ΜονΠρΠειρ – Υποχρέωση διατροφής συζύγου και μετοίκησης

Με πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κρίθηκαν τα εξής: ότι το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης διατάσσεται όταν συντρέχει ουσιαστική διακοπή της συμβίωσης, και σκοπό έχει, όχι τη ρύθμιση της συζυγικής στέγης, αλλά την ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων που έχουν διαταραχθεί. Για το λόγο αυτό, προς το σκοπό της διατήρησης ειρήνης και τάξης στην συζυγική οικία, διατάσσεται η μετοίκηση ενός από τους συζύγους, ως μέσον πρόνοιας, εφόσον κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί. Κρίθηκε επίσης ότι μπορεί να επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο σύζυγο, να μετοικήσει ο ίδιος από την οικογενειακή στέγη, σε αντίθεση με προηγούμενη νομολογία, ότι η μετοίκηση  δεν εξαρτάται από δικαστική άδεια λόγω της συνταγματικά κατοχυρωμένη της προσωπικής ελευθερίας. Μπορεί επίσης να ζητηθεί μετοίκηση, ακόμα και αν ο σύζυγος έχει ήδη αποχωρήσει, εάν πιθανολογείται κίνδυνος επανόδου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, ενώ η απόφαση που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δε ζητηθεί τροποποίησή της μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου.

Περαιτέρω, επί διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, για την αναζήτηση διατροφής από μέρους ενός των συζύγων, πρέπει ο αιτών/ η αιτούσα να έχει από εύλογη αιτία αποστεί της συμβιώσεως ή να έχει εγκαταλειφθεί από τον άλλον χωρίς ευλογη αιτία. Ταυτόχρονα, πρέπει να οφειλόταν διατροφή βάσει των συνθηκών της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία υπάρχει η αμοιβαία υποχρέωση συνεισφοράς για την αντιμετώπιση των αναγκών του γάμου, αλλά και της διατροφής, υπό την έννοια ότι ο αιτών σύζυγος όφειλε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τη μικρότερη συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Με βάση αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι ο καθού η αίτηση, προσπαθούσε να υποχρεώσει την αιτούσα να αποχωρήσει από την κοινή τους οικία, υιοθετώντας αυταρχική, ταπεινωτική, υβριστική και ενίοτε χυδαία συμπεριφορά εναντίον της, η οποία επιδεινώνεται και επομένως η συμβίωσή τους θα προκαλέσει επιπλέον διαπληκτισμούς και έριδες, επομένως έκανε δεκτό το αίτημα μετοίκησης του.
Ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η αιτούσα απέχει από την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, που συνίσταται στην αντισυζυγική συμπεριφορά του καθού και συνεπώς δικαιούται πλήρους διατροφής – απορριπτόμενης σχετικής ένστασης – καθώς ουδέποτε εργάστηκε, αλλά είχε αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ ταυτόχρονα λόγω ηλικίας και ειδικότερων περιστάσεων, δεν είναι σε θέση, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα να αναλάβει οποιαδήποτε  εργασία. Έκανε ταυτόχρονα δεκτό ότι ο καθού συνεχίζει να εργάζεται έχοντας αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία δεν εμφανίζονται στα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα του.
Κατόπιν αυτών για λόγους επιείκειας, παραχωρεί τη χρήση της τελευταίας οικογενειακής στέγης στην αιτούσα, ενώ ορίζει τις νέες προσωπικές ανάγκες της από την χωριστή διαβίωση, δεδομένων των συνθηκών ζωής τους, όπως είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία η συνεισφορά της αιτούσας στις οικογενειακές ανάγκες συνίστατο σε προσφορά της προσωπικής εργασίας της, ενώ η συνεισφορά του καθού συνίστατο στην παραχώρηση της χρήσης της οικίας κυριότητας του, των εισοδημάτων του από την εργασία του και στη συνέχεια και της σύνταξής του, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, στο ποσό των 1500 μηνιαίως.

Γυναικοκτονία ως ακραία μορφή έμφυλης βίας

Όλες οι ανθρωποκτονίες γυναικών λόγω του φύλου τους και του κοινωνικού ρόλου που αποδίδεται σε αυτό, επί δεκαετίες παρουσιάστηκαν λανθασμένα ως εγκλήματα πάθους, υπερβολικής αγάπης, οικογενειακά δράματα, προσωρινής τύφλωσης και ζήλιας προς ένα θύμα υπήρξε προκλητικό, αποτέλεσμα  ψυχοπαθολογίας του δράστη.

Οι δολοφονίες αυτές,  όπως και τόσες δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας, με κίνητρο την άσκηση ελέγχου στα σώματα και τις επιλογές των θυμάτων. Επιλογές που επειδή δε γίνονται αρεστές, τιμωρούνται ακόμα και με την απώλεια της ζωής των γυναικών, όταν οι υπόλοιπες μορφές βίας προς ‘σωφρονισμό’ δε θεωρούνται αρκετές! Πρόκειται για μια βία που στηρίζεται στις βαθιά εμπεδωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και έμφυλα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες υποκεινται στην ανδρική εξουσία, και δυνητικά μπορούν να «τιμωρηθούν», «ελεγχθούν» και «σωφρονιστούν» μέσω της έμφυλης βίας,  ώστε να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Στην εμφυλη βία δεν υπάρχει όριο, προϋπόθεση, περιορισμός ανάλογα το κοινωνικό στρώμα, την οικονομική δυνατότητα, το μορφωτικό επίπεδο. Ο μύθος ότι τόσο η κακοποιημένη γυναίκα όσο και ο δράστης είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου καταρρίπτεται, καθώς το 30% των γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας είναι απόφοιτοι τεχνολογικών ή πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και το 40% είναι απόφοιτοι λυκείου. Ταυτόχρονα, το 60% των δραστών είναι απόφοιτοι τουλάχιστον Λυκείου, ενώ μόλις ένας στους δέκα είναι άνεργος.

Καμία μορφή βίας κατα των γυναικών δεν ειναι καινούρια. Ο ίδιος ο όρος της γυναικοκτονίας (femicide) δεν είναι καινούριος. Ήδη αναφέρεται σε λεξικό νομικών όρων από το 1801, ενώ στη σύγχρονη επιστήμη ήταν το 1976, όταν η εγκληματολόγος Νταϊάνα Ράσελ εισήγαγε την έννοια, ορίζοντας έτσι το εγκληματολογικό αυτό φαινόμενο. Ως έννοια, υπάρχουν αρκετές έννομες τάξεις που την έχουν ήδη ενσωματώσει, ενώ αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Ευρωπαικό Ινστιτούτο Ισότητας, τη EUROSTAT και το Γραφείο για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα των Ηνωμένων Εθνών. Η EUROSTAT συγκεριμένα αναφέρεται στην αναγκαιότητα στατιστικής καταγραφής της γυναικοκτονίας ως τέτοια, καθώς έχουμε νομική υποχρέωση να παρέχουμε στατιστικά στοιχεία για τις γυναικοκτονίες.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών και κοριτσιών επειδή είναι γυναίκες, δηλαδή λόγω του φύλου τους. Η γυναικοκτονία συνήθως διαπράττεται από άντρες αλλά κάποιες φορές συνεργούν και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικοκτονία διαπράττει σύντροφος ή πρώην σύντροφος που συνήθως είχε και μακρόχρονη κακοποιητική συμπεριφορά, απειλούσε, κακοποιούσε ή/και εκφόβιζε τη γυναίκα, η οποία πολύ συχνά βρίσκεται σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με αυτόν». Ο ΠΟΥ επίσης αναφέρει ότι η κύρια αιτία θανάτου των γυναικών ηλικίας από 16 έως 44 ετών είναι η δολοφονία από κάποιο οικείο πρόσωπο. Υπολογίζεται ότι καθημερινά δολοφονούνται παγκοσμίως 137 γυναίκες. Από τις 87.000 δολοφονίες γυναικών το 2017, το 58% διαπράχθηκε από (πρώην ή νυν) συζύγους ή συντρόφους ή μέλη της οικογένειας τους.

Σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), μπορεί να λάβει τη μορφή, μεταξύ άλλων 1) της δολοφονίας των γυναικών ως αποτέλεσμα συντροφικής βίας 2) βασανιστηρίων 3) εγκλημάτων “τιμής” 5) στοχοθετημένη δολοφονία στο πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων 5) δολοφονίες που σχετίζονται με προίκα, 6) λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού 7) δολοφονία γηγενών γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους 8) παιδοκτονία και εκτρώσεις με βάση το φύλο 9) θάνατοι που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων 10) κατηγορίες μαγείας και 11) άλλες δολοφονίες βασισμένες στο φύλο που συνδέονται με οργανωμένο έγκλημα και εμπορία ανθρώπων. 

Τον Οκτώβριο του 2007, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμά του για τη γυναικοκτονία στο Μεξικό και την Κεντρική Αμερική, τονίζει ότι οι γυναικοκτονίες δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μεμονωμένα περιστατικά, καθώς η γυναικοκτονία δεν προκύπτει ξαφνικά και απροσδόκητα, αλλά αποτελεί μάλλον την τελική πράξη σε μια συνεχή βία.

Ο όρος γυναικοκτονία δεν αναιρεί, ούτε αντιτίθεται στον όρο ανθρωποκτονία. Προκύπτει στο σήμερα ως επιτακτική ανάγκη, σχηματοποιεί και ονοματίζει κάτι που πλέον θα αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, από την αστυνομία, τις δικαστικές αρχές, τους ενόρκους, το κοινωνικό σύνολο. Η σωστή αποτύπωση και ο σαφής χαρακτηρισμός του βοηθάει να γίνει “ορατό” το πρόβλημα, να βρεθούν οι αιτίες που το γεννούν και η ιδιαιτερότητά του, ώστε να πάρουμε και τα σωστά μέτρα αντιμετώπισης και εξάλειψής του. Φυσικά ο όρος δεν περιγράφει μόνο τις περιπτώσεις δολοφονίας της συζύγου από το σύζυγο, σύντροφο κλπ, αλλά και τη δολοφονία κάθε γυναίκας η οποία, στο πλαίσιο μιας διαπροσωπικής σχέσης, ή και οχι, «αθέτησε» τον ρόλο της ως γυναίκας. Εκτός λοιπόν από τη σύζυγο, η πράξη της γυναικοκτονίας μπορεί κάλλιστα να αφορά κάθε γυναίκα, την ερωτική σύντροφο, μια συγκυριακή σχέση, την κόρη ή, σπανιότερα, τη μητέρα. Στα μάτια του θύτη, η γυναικα είχε έναν ρόλο που δεν εκπλήρωσε ως όφειλε.

Συνήθως ακολουθούνται κάποια στάδια που οδηγούν σε βίαια εγκλήματα εις βάρος των γυναικών. Πρόκειται για έναν κύκλο λεκτικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας που στις πιο ακραίες περιπτώσεις οδηγεί στη γυναικοκτονία. Δυστυχώς διαπιστώνεται μία αυξητική τάση της έμφυλης βίας – αύξηση των σεξουαλικών επιθέσεων, των γυναικοκτονιών, της καθημερινής απαξίωσης των γυναικών, της συντροφικής βίας, της κακοποίησης μέσω εικόνας.

Για το λόγο αυτό ειναι κρίσιμη η υιοθέτηση του όρου “femicide” από τα διεθνή και εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης γιατί θα επέτρεπε να αναδειχθεί το φαινόμενο, διαφοροποιώντας την έννοια από άλλες μορφές ανθρωποκτονίας, όπως συμβαίνει ήδη στη Χιλή και την Αργεντινή, όπου βάσει εμπειρογνωμόνων, αυτή η αλλαγή νομοθεσίας έχει ηδη μειώσει τον αριθμό των γυναικοκτονιών, τουλαχιστον όσον αφορά τη Χιλή. Μια τέτοια επιλογή υποδηλώνει την αναγνώριση του φαινομένου και αποκτά και συμβολικό χαρακτήρα. Άλλωστε δε συνιστά ένα “νέο” αδίκημα. Πρόκειται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση το οποίο θα πρέπει να τιμωρείται βαρύτερα, όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι τελείται λόγω του γεγονότος ότι το θύμα είναι γυναίκα. 

Οφείλουμε επομένως να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων, την εκπαίδευση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και τη δημιουργία σταθερών δομών με το κατάλληλο εργασιακό δυναμικό. Η υποχρέωση αυτή προστασίας απορρέει και ως νομική υποχρέωση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. H αναγνώριση της γυναικοκτονίας είναι άμεση αναγκαιότητα, με ταυτόχρονη αλλαγή στον ποινικό κώδικα, ώστε να ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση, ως έγκλημα μίσους στο οποίο αποκλείεται ρητά ο βρασμός ψυχικής ορμής. Ταυτόχρονα απαιτείται ξεχωριστό κεφάλαιο για τα έμφυλα εγκλήματα στον ποινικό κώδικα, που θα καταγράφουν όλες τις μορφές τους όπως και την κακοποίηση μέσω εικόνας (γνωστή ως εκδικητική πορνογραφία), η οποία αυτή τη στιγμή δεν αναγνωρίζεται.

Σχετικές παρεμβάσεις και συνεντεύξεις για το θέμα:

real.fm

popaganda.gr

thepresseproject.gr

ΑΘΗΝΑ 9,84

Αυγή

ERT

Epohi.gr

διημερίδα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων για τη λειτουργία του δικτύου των δομών, Σεπτέμβριος 2018

Νομική συνδρομή στα θύματα έμφυλης βίας – προβλέψεις και προβλήματα:

Έμφυλη βία

  • Μεγέθη του φαινομένου
  • Διάχυση στο σύνολο του κοινωνικού ιστού
  • Δεκάδες θύματα απευθύνονται σε συμβουλευτικά κέντρα μηνιαίως: η κορυφή του παγόβουνου
  • Εννοιολογική διεύρυνση με τη Σύμβαση της Κων/πολης

Γενικό σύστημα δωρεάν νομικής βοήθειας – διαδικασία και προβλήματα (Ν. 3226/2004):

  • Αποκλείονται οι μη έχοντες/ έχουσες νόμιμη διαμονή – μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που υφίσταται τη βία
  • Η επιλογή γίνεται βάσει καταστάσεως που καταρτίζει ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος, συχνά χωρίς ειδικότερη εκπαίδευση
  • Η νομική βοήθεια παρέχεται χωριστά για κάθε δίκη και κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, έως την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης. Επομένως μπορεί να αναλάβουν την ίδια υπόθεση, τόσοι δικηγόροι όσοι και τα δικαστήρια
  • Εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές που αποτρέπουν πολλούς δικηγόρους

Αναγκαιότητα ειδικού παράλληλου συστήματος νομικής βοήθειας, όπως ουσιαστικά δημιουργείται με το Πρωτόκολλο Συνεργασίας

  • Εμπιστοσυνη του θύματος ότι λαμβάνει εξειδικευμένη συνδρομή
  • Ειδικές γνώσεις, όχι μόνο τεχνικές, σε σχέση με τον πληθυσμό (συχνά dropout, ευαλωτότητα πληθυσμού)
  • Αναγκαιότητα γνώσης των δυσκολιών, όπως η έλλειψη εκπαίδευσης όλων των επαγγελματιών πρώτης γραμμής, για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Παραδείγματα διακρίσεων εις βάρος θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.

Προβλήματα εφαρμογής

  • Ανυπαρξία καταλόγου νομικής βοήθειας με δικηγόρους εξειδικευμένους σε ενδοοικογενειακή και εν γένει έμφυλη βία
  • Στο σύνολο σχεδόν των δικηγορικών συλλόγων της επαρχίας, η λίστα είναι η κοινή του γενικού καταλόγου, με τα αναφερθέντα προβλήματα έλλειψης ειδίκευσης και αποτρεπτικών αμοιβών
  • Δεν έχουν οργανωθεί σχεδόν καθόλου εκπαιδεύσεις δικηγόρων στην επαρχία
  • Υπαρχουν Συμβουλευτικά Κέντρα χωρίς καν σταθερό συνεργάτη ως νομικό σύμβουλο
  • Ιδίως για προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς, όπως και για θύματα trafficking, χρειάζονται ξεχωριστά, πολυθεματικά και εξειδικευμένα σεμινάρια υπό την αιγίδα της ΓΓΙΦ, τα οποία επίσης δε γίνονται
  • Αμοιβές εξαιρετικά χαμηλές, τέτοιες που μόνο η προσωπική στράτευση των δικηγόρων εξασφαλίζει ικανοποιητικά αποτελέσματα: εσφαλμένη προσέγγιση  
  • Μόνο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εξασφαλίζεται δικηγόρος διορισμένος από το ΚΕΘΙ, γεγονός που εκθέτει πιθανόν σε περισσότερους κινδύνους την επιζήσασα ενδοοικογενειακής ή άλλης μορφής έμφυλης βίας
  • Παρατηρείται ενίοτε ότι η διαδικασία διορισμού συνηγόρου είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την εξάντληση ακόμα και αποφασισμένων θυμάτων
  • Χρηματοδότηση των Σ.Κ. με δόσεις, συγκεκριμένοι πόροι και για συγκεκριμένο διάστημα, που κλονίζει τις επιζήσασες αν δεν ξέρουν ότι θα έχουν ένα δικηγόρο μέχρι πέρατος της διαδικασίας
  • Όχι υποχρεωτική εκπαίδευση των δικηγόρων στα Πρωτόκολλα Συνεργασίας, με εξαίρεση το Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας

Προτάσεις

  • Τα ίδια τα ΣΚ στους εκάστοτε δήμους και χωρίς άλλη διαμεσολάβηση να έχουν δικηγόρους εξωτερικούς συνεργάτες ή μη, με δικαίωμα δικαστικής εκπροσώπησης και φυσικά το σχετικό κονδύλι από τον κρατικό προυπολογισμό κάθε χρόνο
  • Εποπτεία των υποθέσεων
  • Από το γενικό κατάλογο της νομικής βοήθειας να συμμετέχουν μόνο όσοι εκπαιδευθούν επι τούτου
  • Αναβάθμιση της συνεργασίας με τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας (σεμινάρια από το ΚΕΘΙ)

Συμπερασματικά

  • Δυστυχώς υπάρχουν επαγγελματίες πρώτης γραμμής ανεκπαίδευτοι τόσα χρόνια μετά το νόμο και χωρίς εποπτεία και διαπίστωση/ εξασφάλιση επάρκειας
  • Απαιτείται συστηματική δουλειά στο επίπεδο της ισότητας και της σεξουαλικής αγωγής. Οι βαθύτερες εγγραφές και νοηματοδοτήσεις για τον ανδρισμό, τη θηλυκότητα, τους έμφυλους ρόλους, επηρεάζουν ακόμα και τους δικηγόρους και τους δικαστές, κανείς δεν είναι απρόσβλητος στα στερεότυπα
  • Κοινωνικό φαινόμενο με πολλαπλά αίτια, το οποίο πλήττει όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και επομένως η αντιμετώπισή του δεν μπορεί παρά να είναι πολυεπίπεδη: αφορά εν γένει την ανισότητα
  • Ως κοινωνική παθογένεια, ως ακραίας μορφής αντικοινωνική συμπεριφορά δε μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο σε συνδυασμό με την ευαισθητοποίηση και την επιμόρφωση του κοινωνικού συνόλου

Περισσότερα για τη Διημερίδα εδώ

Ενδοοικογενειακή Βία

Παρατηρήσεις στο Ν. 3500/2006 (Περί Ενδοοικογενειακής βίας)

Πεδίο προστασίας

Ο νόμος 3500/2006 παρέχει αυξημένη προστασία σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού, καθώς και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια. Είναι δε σημαντική η προστασία που παρέχει ο νόμος και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους, καθώς πολλά περιστατικά παρατηρούνται μεταξύ συντρόφων, αλλά και μεταξύ εν διαστάσει, ή και διαζευγμένων συζύγων. Αξιοσημείωτο δε, ότι θύμα θεωρείται και ο ανήλικος ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις αξιόποινες πράξεις του νόμου.

Καταγγελία – Δικαιώματα

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας διώκονται αυτεπάγγελτα, επομένως σε περίπτωση καταγγελίας η αστυνομία υποχρεούται να μεταβεί και να συλλάβει τον βίαιο δράστη, ενώ δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου από το θύμα. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο να απομακρύνει άμεσα τον δράστη από την οικία τους και να του απαγορεύσει να πλησιάζει στον χώρο διαμονής ή/και εργασίας τους, τις κατοικίες στενών συγγενών τους, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών τους καθώς και ξενώνες φιλοξενίας. Αναγνωρίζεται δε ρητά, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ.

Αξιόποινες πράξεις

Αξιόποινη πράξη θεωρείται, εκτός απο τις σωματικές βλάβες και κακώσεις, και η παράνομη βία (εξαναγκασμός με χρήση βίας ή απειλής, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή), αλλά και η απειλή (πράκληση τρόμου ή ανησυχίας, απειλώντας με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη).

Αντιμετώπιση

Η ενδοοικογενειακή βία ως φαινόμενο, αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου ή οικονομικής δυνατότητας των θυμάτων, και ασκείται ιδίως σε βάρος γυναικών και ανηλίκων. Δεν περιλαμβάνει αποκλειστικά τη μορφή σωματικής βίας, αλλά κάθε μορφή επιθετικής συμπεριφοράς, επομένως και λεκτικής και ψυχολογικής βίας, απομόνωσης, ακόμη και οικονομικού ελέγχου και παραμέλησης (όπως η στέρηση ιατρικής περίθαλψης). Σε περίπτωση βίαιου περιστατικού, είτε άσκησης σωματικής βίας, είτε λεκτικής και ψυχολογικής (όπως οι απειλές και οι ύβρεις), το θύμα πρέπει καταρχήν να απευθύνεται απευθείας στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα για καταγγελία του συμβάντος. Σε περίπτωση σωματικής βίας θα απευθυνθεί στην αρμόδια ιατροδικαστική υπηρεσία, χωρίς καθυστέρηση. Στη συνέχεια πρέπει να κατατεθούν άμεσα ασφαλιστικά μέτρα κατά του δράστη, ενώπιον του Πρωτοδικείου.