ΜονΠρΠειρ – Υποχρέωση διατροφής συζύγου και μετοίκησης

Με πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κρίθηκαν τα εξής: ότι το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης διατάσσεται όταν συντρέχει ουσιαστική διακοπή της συμβίωσης, και σκοπό έχει, όχι τη ρύθμιση της συζυγικής στέγης, αλλά την ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων που έχουν διαταραχθεί. Για το λόγο αυτό, προς το σκοπό της διατήρησης ειρήνης και τάξης στην συζυγική οικία, διατάσσεται η μετοίκηση ενός από τους συζύγους, ως μέσον πρόνοιας, εφόσον κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί. Κρίθηκε επίσης ότι μπορεί να επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο σύζυγο, να μετοικήσει ο ίδιος από την οικογενειακή στέγη, σε αντίθεση με προηγούμενη νομολογία, ότι η μετοίκηση  δεν εξαρτάται από δικαστική άδεια λόγω της συνταγματικά κατοχυρωμένη της προσωπικής ελευθερίας. Μπορεί επίσης να ζητηθεί μετοίκηση, ακόμα και αν ο σύζυγος έχει ήδη αποχωρήσει, εάν πιθανολογείται κίνδυνος επανόδου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, ενώ η απόφαση που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δε ζητηθεί τροποποίησή της μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου.

Περαιτέρω, επί διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, για την αναζήτηση διατροφής από μέρους ενός των συζύγων, πρέπει ο αιτών/ η αιτούσα να έχει από εύλογη αιτία αποστεί της συμβιώσεως ή να έχει εγκαταλειφθεί από τον άλλον χωρίς ευλογη αιτία. Ταυτόχρονα, πρέπει να οφειλόταν διατροφή βάσει των συνθηκών της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία υπάρχει η αμοιβαία υποχρέωση συνεισφοράς για την αντιμετώπιση των αναγκών του γάμου, αλλά και της διατροφής, υπό την έννοια ότι ο αιτών σύζυγος όφειλε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τη μικρότερη συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Με βάση αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι ο καθού η αίτηση, προσπαθούσε να υποχρεώσει την αιτούσα να αποχωρήσει από την κοινή τους οικία, υιοθετώντας αυταρχική, ταπεινωτική, υβριστική και ενίοτε χυδαία συμπεριφορά εναντίον της, η οποία επιδεινώνεται και επομένως η συμβίωσή τους θα προκαλέσει επιπλέον διαπληκτισμούς και έριδες, επομένως έκανε δεκτό το αίτημα μετοίκησης του.
Ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η αιτούσα απέχει από την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, που συνίσταται στην αντισυζυγική συμπεριφορά του καθού και συνεπώς δικαιούται πλήρους διατροφής – απορριπτόμενης σχετικής ένστασης – καθώς ουδέποτε εργάστηκε, αλλά είχε αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ ταυτόχρονα λόγω ηλικίας και ειδικότερων περιστάσεων, δεν είναι σε θέση, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα να αναλάβει οποιαδήποτε  εργασία. Έκανε ταυτόχρονα δεκτό ότι ο καθού συνεχίζει να εργάζεται έχοντας αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία δεν εμφανίζονται στα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα του.
Κατόπιν αυτών για λόγους επιείκειας, παραχωρεί τη χρήση της τελευταίας οικογενειακής στέγης στην αιτούσα, ενώ ορίζει τις νέες προσωπικές ανάγκες της από την χωριστή διαβίωση, δεδομένων των συνθηκών ζωής τους, όπως είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία η συνεισφορά της αιτούσας στις οικογενειακές ανάγκες συνίστατο σε προσφορά της προσωπικής εργασίας της, ενώ η συνεισφορά του καθού συνίστατο στην παραχώρηση της χρήσης της οικίας κυριότητας του, των εισοδημάτων του από την εργασία του και στη συνέχεια και της σύνταξής του, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, στο ποσό των 1500 μηνιαίως.

Πρωτοδικείο Αθηνών – Διατροφή εν διαστάσει συζύγου και ανηλίκων τέκνων

Με την υπ’ αριθμόν 13357/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε, κατά τα ενδιαφέρονται σημεία της, για τον εναγόμενο πατέρα ότι ‘δεν αποδείχθηκε ότι έχει κάποιο μόνιμο και σταθερό εισόδημα. Μόνη η ύπαρξη μεγάλου κύκλου εργασιών των επιχειρήσεών του και η εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό κατά τα παρελθόντα, προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και της άσκησης της αγωγής, έτη, δεν αρκεί για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι έχει ακόμα και σήμερα εισοδήματα που αποκρύβει, αφενός διότι είναι κοινώς γνωστό ότι σε επιχειρήσεις τέτοιου κύκλου εργασιών τα μεγάλα ποσά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία τους, συνεπώς δεν αποταμιεύονται αλλά εύκολα δαπανώνται, αφετέρου διότι ο βίος που διάγει αυτή τη στιγμή δεν είναι πολυτελής, αλλά  όλως περιορισμένος, και δεν υποδηλώνει οικονομική άνεση, αντιθέτως έχει σημαντικές οφειλές προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Περαιτέρω, από τα γεγονότα ότι η πατρική του οικογένεια διέθετε οικονομική άνεση και ότι ο αδερφός του εξακολουθεί να διαθέτει τέτοια, δε μπορεί να συναχθεί ότι τη διαθέτει αντανακλαστικά και ο εναγόμενος’, ενώ για την ενάγουσα μητέρα, μεταξύ άλλων, ότι ‘επικουρείται οικονομικά από τη μητέρα της, η οποία κατοικεί μαζί της και λαμβάνει σύνταξη’, κάνοντας κατόπιν δεκτή την ένσταση συνεισφοράς του εναγόμενου. Σημαντικό στοιχείο της απόφασης είναι η αναγνώριση ότι ‘η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο και των δύο, διότι αυτοί δεν κατόρθωσαν να προσαρμόσουν την οικογενειακή ζωή στα νέα οικονομικά δεδομένα και να διατηρήσουν την οικογενειακή γαλήνη και αρμονία. Σε κάθε περίπτωση, με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνάμεις και των δύο συζύγων αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, η ενάγουσα δεν ήταν οικονομικά ασθενέστερη από τον εναγόμενο, συνεπώς δε δικαιούται να αξιώσει διατροφής από αυτόν, ούτε ο τελευταίος να συνεισφέρει στη διατροφή της. Μετά ταύτα, το αίτημα να επιδικασθεί στην ενάγουσα διατροφή για τον εαυτό της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο’.