Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας και τρόποι άμυνας

Όταν αναφερόμαστε στη σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, αναφερόμαστε σε  ‘οποιαδήποτε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα που αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος’ (άρθρο 2 περ. δ του ν. 3896/2010 και 2904/2019 άρθρο 22). Ως μορφή έμφυλης βίας, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και συνιστά ιδιαίτερα συχνή διάκριση λόγω φύλου με προσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες για τις γυναίκες, καθώς συχνά τις ωθεί εκτός της αμειβόμενης εργασίας: έρευνες στην Ελλάδα αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών που παρενοχλούνται στον ιδιωτικό τομέα, είτε παραιτούνται είτε απολύονται. Είναι όμως υποχρέωση των εργοδοτών να εξασφαλίζουν ότι κανένας και καμία εργαζόμενος/-η δεν θα δέχεται ανεπιθύμητη, προσβλητική σεξουαλική συμπεριφορά (Άρθρο 26,   Ν. 3896/2010).

Χαρακτηριστικές μέθοδοι ενός άνδρα που παρενοχλεί, είναι, μεταξύ άλλων, το ανεπιθύμητο άγγιγμα, η πίεση για ραντεβού/ ερωτική σχέση, τα τηλεφωνικά και ηλεκτρονικά μηνύματα, ο σχολιασμός του σώματος της εργαζομένης, η καύχηση για σεξουαλικές επιδόσεις και οιπρόστυχες χειρονομίες. Το 4-6% των θυμάτων που έχουν παρενοχληθεί, σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα, καταγγέλλουν απόπειρα βιασμού, με το αντίστοιχο ποσοστό στην ελληνική έρευνα να φτάνει στο 5,8%.

Περαιτέρω, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ένα ποσοστό άνω του 18 % των θυμάτων είχαν αναπτύξει «Μετατραυματικό στρες» (Post Τraumatic Stress Disorder) ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παρενόχλησης, με συμπτώματα ήταν άγχος, αϋπνία, θλίψη, έλλειψη συγκέντρωσης, φοβίες.

Τα θύματα δύνανται να προχωρήσουν σε καταγγελία στο Συνήγορο του Πολίτη και στις κατά τόπον Επιθεωρήσεις Εργασίας. Επίσης μπορούν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης για ηθική βλάβη, καθώς η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, ενώ προβλέπεται προστασία από την απόλυση.

Όσον αφορά όμως τις ποινικές αξιώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ως έννοια η σεξουαλική παρενόχληση δεν ορίζεται στον ποινικό κώδικα. Μπορούμε να την εντάξουμε στο άρθρο 337 ΠΚ, το οποίο αναφέρεται στην προσβολή της γενετήσιας  αξιοπρέπειας, και όταν συμβαίνει σε χώρο εργασίας, συνιστά επιβαρυντική περίσταση και έχει μεγαλύτερη ποινή (έως τρία έτη αντί για έως ένα έτος). Ουσιαστικά αναφερόμαστε σε ελαφρύτερες ερωτικές εκδηλώσεις και συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες του σώματος, καθώς και σε προτάσεις γενετήσιου χαρακτήρα. Αν δεν υπάρχει καθόλου σωματική επαφή, θα εφαρμοστεί το άρθρο 353 ΠΚ για την προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας που στην πραγματικότητα, αν δεν αφορά ανήλικο, έχει μόνο χρηματική ποινή. Σε όλα αυτά τα αδικήματα, πρέπει να έχουμε καταθέσει έγκληση εντός 3 μηνών.

Σε περιπτώσεις που τελείται υπό τέτοιο καθεστώς ψυχολογικής βίας και εκβιασμών, γενετήσια πράξη, έχουμε όχι το κακούργημα του βιασμού, αλλά πλημμέλημα για κατάχρηση σε γενετήσια πράξη, του άρθρου 343 ΠΚ («Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται: α) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, με κατάχρηση σχέσης εργασιακής εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης, β) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη του να εργασθεί, γ) οι διορισμένοι ή οπωσδήποτε εργαζόμενοι σε φυλακές ή άλλα κρατητήρια, σε αστυνομικές υπηρεσίες, σε σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κλινικές ή κάθε είδους θεραπευτικά καταστήματα ή σε άλλα ιδρύματα προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια αν, με κατάχρηση της θέσης τους, υποχρεώσουν σε γενετήσια πράξη πρόσωπο που έχει εισαχθεί σε αυτά τα ιδρύματα»).

Βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται από την περιορισμένη νομολογία επί της σεξουαλικής παρενόχλησης συγκεκριμένα, ειναι ότι τα θύματα δεν καταφεύγουν στην αναζήτηση έννομης προστασίας, κυρίως λόγω φόβου και ανασφάλειας για το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας αλλά και στερεοτύπων που διατρέχουν το δημόσιο λόγο. Άλλωστε τα ζητήματα της έμφυλης βίας και του τραύματος που συνεπάγεται για το θύμα, έως τώρα ήταν δυστυχώς αόρατα στο δημόσιο διάλογο, στην εκπαίδευση, στην εργασιακή πολιτική των ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Είναι τώρα η στιγμή να δημιουργηθούν οι μηχανισμοί προστασίας των θυμάτων και διευκόλυνσης των καταγγελιών.

Σχετικές παρεμβάσεις και συνεντεύξεις για τα ζητήματα έμφυλης βίας:

https://elle.gr/alithines-gynaikes/ftaiei-panta-o-viastis-leei-i-dikigoros/

https://popaganda.gr/stories/ioanna-stentoumi-emfyli-via-nomothesia/

https://www.makthes.gr/elliniko-metoo-den-prepei-na-zitame-apo-to-thyma-na-antidra-alla-apo-ton-drasti-na-min-parenochlei-360464

https://www.rosa.gr/koinonia/i-ioanna-stentoumi-mas-ekthetei-ti-megali-eikona-tis-ginaikeias-kakopoiisis/

Η νομοθετική αλλαγή του άρθρου 336 ΠΚ για τον ορισμό του βιασμού

Η πρόταση τον Ιούλιο του 2019 περί νομοθετικής αλλαγής του άρθρου 336 ΠΚ, από έναν ορισμό που περιλάμβανε την άσκηση σωματικής βίας ή την απειλή σπουδαίου και άμεσου κίνδυνου, σε έναν ορισμό με τον οποίο θα περιοριζόταν σοβαρά η έννοια της απειλής, καθώς απειλή πλέον θα θεωρείτο μόνο ο σπουδαίος και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, εξαιρούσε περιπτώσεις απειλής, πολλές εκ των οποίων αντιστοιχούν σε σύγχρονες μορφές τέλεσης του αδικήματος, όπως η απειλή δημοσιοποίησης ερωτικών ή άλλου είδους βίντεο στο διαδίκτυο, οι οποίες ήδη σπανιότατα γίνονταν δεκτές από τα δικαστήρια, ή η απειλή απόλυσης από τον εργοδότη ή οικονομικού αποκλεισμού από το σύζυγο (να σημειωθεί ότι ο βιασμός εντός γάμου τιμωρείται από το 2006), καθώς και περιπτώσεις όπου το θύμα απλά πάγωσε – περιπτώσεις που βάσει ερευνών αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Ο τρόπος που ο θύτης μπορεί να επιβληθεί πάνω στο θύμα, μπορεί να περιλαμβάνει ένα σύνολο πιέσεων και απειλών, πέραν της σωματικής βίας, που είναι αδύνατο να καταγραφούν περιπτωσιολογικά και δε θα ήταν και ορθό από πλευράς ποινικού δικαίου. Η ορθή απάντηση μπορεί να είναι μόνο ο ορισμός του βιασμού με βάση την ύπαρξη ή μη συναίνεσης, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιθανές συμπεριφορικές αντιδράσεις στη σεξουαλική βία, ιδίως το πάγωμα του θύματος – αντίδραση της ακινησίας που έχει αναπτυχθεί κυρίως ως έσχατη στρατηγική επιβίωσης και είναι συνηθέστερη από την αντίσταση ή τη φυγή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογήσει άλλωστε ότι εντάσσεται στις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών η ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης όπου υπάρχει απουσία σωματικής αντίστασης από το θύμα.

Η ανυπαρξία ενός τέτοιου ορισμού καθιστούσε ακόμα πιο δύσκολη τη θέση των θυμάτων, τα οποία, παρά την ενσωμάτωση της Οδηγίας για τα θύματα ήδη από το 2017, ήδη από την προδικασία δεν έχουν καμία συνδρομή – καταθέτουν χωρίς νομική βοήθεια, χωρίς ψυχολογική υποστήριξη, χωρίς ύπαρξη διερμηνείας, χωρίς επαρκείς ιατροδικαστικές υπηρεσίες. Στη συνέχεια καταθέτουν ενώπιον του δράστη – ενώ υπάρχει σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ για κατάθεση σε σεξουαλικά αδικήματα χωρίς την παρουσία του κατηγορούμενου, όπως η χρήση οπτικοακουστικών μέσων και/ ή παρουσία του συνηγόρου του – με προφανή συναισθηματική δυσκολία και δευτερογενώς θυματοποιούμενα. Ήταν αναγκαία επομένως και τροποποίηση του άρθρου 226Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να υπάρχει αυτή η δυνατότητα ανεξάρτητα από την ηλικία των θυμάτων, έχοντας εξασφαλίσει με τα κατάλληλα μέσα και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου.

Ως απόρροια της έλλειψης ενός ορισμού επί τη βάση της συναίνεσης αλλά και της παραβίασης των δικαιωμάτων των θυμάτων ήδη από την προδικασία, οι αθωωτικές αποφάσεις – συχνά υποστηριζόμενες και από τμήματα της ποινικής θεωρίας – βασίζονταν στην έλλειψη αντίστασης, στο ανέφικτο ή μη αυτής, στη σοβαρότητα της απειλής, ενώ ακόμα και η ακινησία του θύματος σε συνάρτηση με το απλανές βλέμμα του, έχει κριθεί ως συναίνεση. Η ενσωμάτωση της έννοιας της συναίνεσης υπήρξε πολύ σοβαρό βήμα, ωστόσο χρειάζεται η σφυρηλάτηση της έννοιας από τα δικαστήρια και η διαμόρφωσή της νομολογιακά, ενώ θα  έπρεπε να ενσωματωθούν οι σχετικοί ορισμοί της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και το Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Παρεμβάσεις στα εξής links: efsyn.gr

https://www.news247.gr/koinonia/yvris-gia-ta-thymata-viasmoy-protasi-gia-apaleipsi-toy-oroy-choris-synainesi-ston-neo-poiniko-kodika.9258198.html

eleftherostypos.gr

newpost.gr

avgi.gr 

liberal.gr

left.gr

ΜΟΕ Αθηνών – βιασμός κατά συρροή

Με την από 08/03/2018 απόφασή του το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, απορρίποντας συνεχόμενα αιτήματα αναβολών και διακοπών της συζήτησης εκ μέρους του κατηγορούμενου, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κάνοντας χρήση των νέων διατάξεων της ποινικής δικονομίας, καθώς ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στη δεύτερη δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε. Στον πρώτο βαθμό, είχε καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για βιασμό κατά συρροή και κατά εξακολούθηση εναντίον δύο ιδιαίτερα νεαρών γυναικών σε 27 χρόνια κάθειρξη. Η ποινή του παρέμεινε η ίδια. Από το σύνολο της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού που εισφέρθηκε, προέκυψε ένας παρόμοιος τρόπος δράσης του κατηγορούμενου και προσέγγισης των θυμάτων του, μία επιλογή θυμάτων ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας και συγκεκριμένης σωματικής διάπλασης, καθώς και μία υπερασπιστική γραμμή περί συναινετικής επαφής και αναληθούς καταγγελίας με οικονομικά κίνητρα.

Περισσότερα από εκτενές ρεπορτάζ εδώ και εδώ, όπου δηλώνει η Στεντούμη Ιωάννα, μεταξύ άλλων, ότι ‘Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει νομολογήσει ότι για αδικήματα που το θύμα θα υποστεί φθορά αν είναι ο δράστης μπροστά, υπάρχουν άλλες λύσεις για να γίνει η κατάθεση, όπως η χρήση οπτικοακουστικών μέσων. Χρειάζεται η τροποποίηση του άρθρου 226Β του Ποινικού Κώδικα, ώστε να υπάρχει αυτή η δυνατότητα ανεξάρτητα από την ηλικία των θυμάτων… Πάντα, όμως, υπάρχει κίνδυνος αν ζορίσεις πολύ το θύμα να καταρρεύσει και να μην τα πει. Πάλι υπάρχει νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι σε σεξουαλικά εγκλήματα το θύμα δικαιούται να μην απαντήσει σε ερωτήσεις συναισθηματικά επαχθείς, αλλά αν ζητήσεις κάτι τέτοιο σε ελληνικό δικαστήριο θεωρείται πλήγμα στην αξιοπιστία σου. Τελικά καταδικάστηκε ο δράστης, αλλά αυτές είναι εξαιρετικά κακές πρακτικές’.